Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Μοναξιά ίσον θάνατος – Αγάπη ίσον Ζωή

«Η θεία κι εγώ», του Μόρις Πάνιτς
στο θέατρο Βασιλάκου
Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας

    
Η Μπέτυ Βαλάση (Θεία) και ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης (Ανιψιός)

     «Σε όσους έχουν πεθάνει και δεν το έχουν πάρει απόφαση ακόμα» αφιερώνει ο καναδός θεατρικός συγγραφέας Στήβεν Μόρις Πάνιτς τη μαύρη κωμωδία του (ή, μήπως, «φωτεινή τραγωδία» του;) «Η θεία κι εγώ» (2009). Ένα έργο κατά βάση σκοτεινό, που βρίθει από άγριους, πένθιμους αστεϊσμούς με πικρή επίγευση∙ ωστόσο με μερικές λαμπερές αχτίδες τρυφερότητας κι ελπίδας να υποστέλλουν κάπως τη ζοφερή του ατμόσφαιρα...
     Μια ηλικιωμένη, ανήμπορη γυναίκα που «μετράει μέρες» (ρεαλιστικός θάνατος) δέχεται την επίσκεψη του κυνικού ανιψιού της, ο οποίος μοιάζει εντελώς απονεκρωμένος συναισθηματικά (συμβολικός θάνατος). Ο ανιψιός, αν και αναλαμβάνει με ζήλο και προθυμία τη φροντίδα της γριάς θείας του, δεν παύει εντούτοις να τη βασανίζει διαρκώς με καυστικά, μακάβρια καλαμπούρια σχετικά με τον επερχόμενο θάνατό της («Τι λες να ανακατέψω τις στάχτες σου με κοκκινόχωμα και να φυτέψω μια αμαρυλλίδα; Θα σου άρεσε;»). Η θεία παραμένει σιωπηλή σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου, αυτό όμως δεν ενοχλεί τον ανιψιό... το αντίθετο μάλλον, αφού μοιάζει να εκμεταλλεύεται τη σιωπή της προκειμένου να εκθέσει όλα τα δικά του εσώψυχα στη φόρα. Έτσι, ο αντιπαθητικός άντρας που αρχικά σοκάρει με την απαράδεκτα ωμή συμπεριφορά του, μέσα από τα λόγια του σιγά-σιγά μεταμορφώνεται στην τραγική φιγούρα ενός παιδιού που δεν αγαπήθηκε από τους γονείς του, σε ένα απελπισμένο αγόρι που μεγάλωσε νιώθοντας πάντα μόνο και ανεπιθύμητο. Ο τρόπος ανατροφής του, όπως σταδιακά συμπεραίνουμε, υπήρξε η αιτία που ο άντρας αυτός απέτυχε στη ζωή του να δημιουργήσει σχέσεις, φιλικές ή ερωτικές, με άλλους ανθρώπους. Όσο για τη θεία... εκείνη έμελλε να τροφοδοτήσει το μοναδικό όνειρο του παραμελημένου παιδιού: έγινε στο μυαλό του ο «άγγελος» που θα αναλάμβανε να τον σώσει από τη μίζερη ζωή που περνούσε. Η τωρινή σκληρότητα του ανιψιού έρχεται λοιπόν ως αντεκδίκηση για τη μη-εκπλήρωση των προσδοκιών του από τη θεία του – μια θεία που τον θυμήθηκε μόνο όταν έφτασε στο σημείο να χρειαστεί η ίδια τη βοήθειά του.
    Όπως ανέφερα και παραπάνω, οι συνεχείς, αν και εν είδει αστεϊσμού, αναφορές στον επικείμενο θάνατο της θείας από τον ανιψιό, που φτάνει στο σημείο να... παρακινεί τη θεία του να αυτοκτονήσει, καθιστούν (σε ένα πρώτο επίπεδο) το κλίμα του έργου μάλλον φρικώδες και εφιαλτικό. Φυσικά, ο πιότερο «νεκρός» της υπόθεσης δεν είναι άλλος από τον ανιψιό, ο οποίος υπήρξε θύμα μιας ανελέητης μοναξιάς ισότιμης με ψυχικό φόνο. Στο συγκεκριμένο έργο, επομένως, η μοναξιά ανάγεται στο ισχυρότερο δηλητήριο: η αίσθηση ότι δεν υπάρχεις για κανέναν ακυρώνει την ύπαρξή σου, σε σκοτώνει. Οι αδιάκοπες, ενοχλητικές παραινέσεις του ανιψιού στη θεία του, που συγκαλύπτουν πίσω από το μακάβριο χιούμορ την ίδια πάντα προτροπή («πέθανε πια επιτέλους!»), μπορούν άνετα να ερμηνευτούν ως εξής: «θα δικαιωθώ όταν πεθάνεις, εφόσον κάποτε συνετέλεσες κι εσύ στο δικό μου ‘θάνατο’».
     Όμως, όπως κι η θεία, έτσι κι ο ανιψιός δεν είναι ακόμα εντελώς «νεκρός». Το γεγονός ότι, αν και με φέρσιμο άθλιο και ενίοτε... επικίνδυνο, φροντίζει τη γριά θεία του, αποτελεί μια σημαντική ένδειξη ότι ακόμα υπάρχει ευαισθησία, ακόμα υπάρχει ένα ίχνος ζωής κάπου μέσα του. Το σκοτάδι της μοναξιάς και του θανάτου έρχονται να διαλύσουν οι αχνές, φωτεινές υποψίες μιας δειλής συμπάθειας μεταξύ των ηρώων (κυρίως από την πλευρά της θείας), η οποία γίνεται όλο και πιο δυνατή όσο περνούν οι μήνες της κοινής ζωής τους. Η ευρηματική δε ανατροπή που συντελείται λίγο πριν το τέλος του έργου εξουδετερώνει εντελώς την επίμονη πικρία του ανιψιού. Μια αληθινά τρυφερή και γλυκιά σχέση γεννιέται τότε μεταξύ αυτών των δυο μοναχικών και πληγωμένων ψυχών, που αρχίζουν να ζουν ο ένας για τον άλλον, ο ένας χάρη στον άλλον.
     Η σκηνοθεσία του έργου «Η θεία κι εγώ» από τον Πέτρο Ζούλια έρχεται να αλαφρώσει σημαντικά τη βαριά, θανατερή ατμόσφαιρα που μας εισάγει αυτό καθαυτό το κείμενο του Πάνιτς. Στη δημιουργία μιας παράστασης που στοχεύει να τονίσει τα φωτεινά σημεία του κειμένου (την ανθρωπιά, την αγάπη και την ελπίδα) και να επισκιάσει τα μελανά (τη μοναξιά, τα ψυχικά τραύματα και το θάνατο) ουσιώδη ρόλο παίζουν: η αξιόλογη απόδοση του Αντώνη Γαλαίου, η οποία κινείται προς αυτή την κατεύθυνση απαλύνοντας τις πιο φοβερές σκηνές (π.χ. η κατασκευή μιας μηχανής που προκαλεί ηλεκτροσόκ από τον ανιψιό γίνεται στο όνειρό του κι όχι στην πραγματικότητα), τα καλαίσθητα σκηνικά, αραιά τοποθετημένα λες για να επιτρέπουν στη θετική ενέργεια να ρέει ελεύθερη στο σκηνικό χώρο (αισθητικά δυνατότερο κομμάτι τους ένα δέντρο στο βάθος που σηματοδοτεί τις αλλαγές των εποχών) και τα ιλαρά κοστούμια της Αναστασίας Αρσένη (ξεκαρδιστική, με έναν ανεπαίσθητο θλιβερό σαρκασμό, η μπλούζα του ήρωα με τη στάμπα «My momma says I’m special»), οι ζωηροί φωτισμοί του Ανδρέα Μπέλλη,  η χαρωπή και αλέγρα, ίσως σε λίγο υπερβολικό βαθμό κάποιες στιγμές, μουσική που επιλέγει ο Παναγιώτης Αυγερινός, και, τέλος, η διανομή του κύριου ρόλου σε έναν ηθοποιό με αναμφισβήτητο και πηγαίο κωμικό τάλαντο, όπως είναι ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης.
     Ο «ανιψιός» του Χρήστου Χατζηπαναγιώτη μοιάζει εξαρχής με κακό, πειραχτικό ξωτικό, ένα πλασματάκι καταγέλαστο που έχει συγκαλύψει με ένα παχύ, άτεγκτο στρώμα σκληρής φαιδρότητας τις χρόνιες και αιωνίως χάσκουσες πληγές της ψυχής του, αφήνοντάς μας να ξεκρίνουμε μόνο μικροσκοπικά σπαράγματα από αυτές. Η τραγικότητα των λεγομένων του ανιψιού δε μαρτυράται σχεδόν καθόλου από την ερμηνεία του ηθοποιού, αλλά περισσότερο από το νόημα των καθαρά αυτοσαρκαστικών περιστατικών που αυτός αφηγείται. Η αλλαγή του χαρακτήρα του προς το τέλος του έργου, η «ανάσταση» της ψυχής του μέσω της αγάπης που επιτέλους νιώθει και εισπράττει για πρώτη φορά στη ζωή του, δίνεται με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο από τον ηθοποιό. Πριν όμως από αυτή την αλλαγή, κάποιοι επιπλέον «χρωματισμοί» στο πορτρέτο του ήρωα από τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη θα του έδιναν ίσως μεγαλύτερη ζωντάνια και αληθοφάνεια. Ακόμα, ο αξιέπαινος αυτός ηθοποιός θα έπρεπε να προσέξει λίγο την ορθοφωνία του, καθότι κάποιες από τις ατάκες του έφταναν δυστυχώς στ’ αυτιά των θεατών «στραπατσαρισμένες» και ως εκ τούτου αρκετά δυσνόητες.
     Η Μπέτυ Βαλάση στο ρόλο της θείας μάς αποδεικνύει ότι είναι μια μεγάλη ηθοποιός με τον πιο σαφή τρόπο: με το να υπάρχει στη σκηνή χωρίς λόγια! Δίχως να λέει λέξη, σκιαγραφεί μια γλυκιά, καλόβολη παρουσία και εκφράζει μέσω της φυσιογνωμίας και της κίνησής της πληθώρα συναισθημάτων. Η βαθιά συμπάθειά της για τον κακότροπο ανιψιό καθίσταται σε μας ευκρινέστατη, ενώ κατασυγκινεί στις τελευταίες σκηνές του έργου, οι οποίες υπογραμμίζουν ό,τι ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται ως κυρίαρχο «μήνυμα» του συγγραφέα: το πόσο έχουμε ο ένας ανάγκη τον άλλον, πόσο έχουμε ανάγκη την αγάπη προκειμένου να ζήσουμε. Συγκλονιστική η σκηνή που η θεία χαϊδεύει δειλά τον ανιψιό κι εκείνος, τελείως άπειρος από εκδηλώσεις τρυφερότητας, τινάζεται πέρα τρομαγμένος... για να καταλάβει λίγο μετά και να ανταποκριθεί («Ναι. Στοργή. Όνειρο!»).
     Μια παράσταση που ξεκινά με γέλιο που γδέρνει, συνεχίζει με λυπηρές αλήθειες που καγχάζουν και ολοκληρώνεται με μια ήρεμη θλίψη που φεγγοβολεί, εγκυμονώντας θριαμβευτικά το μυστικό της ευτυχίας, το βαθύτερο νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. «Σε όσους έχουν πεθάνει και δεν το έχουν πάρει απόφαση ακόμα», λέει ο Πάνιτς∙ «... και καλά κάνουν!», φαίνεται να συμπληρώνει ο Πέτρος Ζούλιας. Όπως το τραχύ χέρι της ετοιμοθάνατης θείας του οδηγεί τον ανιψιό στη λύτρωση, ανάλογη επίδραση υπόσχεται και στους θεατές το σκληρό, έντονο «χάδι» αυτής της ιδιαίτερης παράστασης. Νιώστε το!

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΟΤΕ ΠΑΙΖΕΤΑΙ:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου