Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Μοναξιά ίσον θάνατος – Αγάπη ίσον Ζωή

«Η θεία κι εγώ», του Μόρις Πάνιτς
στο θέατρο Βασιλάκου
Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας

    
Η Μπέτυ Βαλάση (Θεία) και ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης (Ανιψιός)

     «Σε όσους έχουν πεθάνει και δεν το έχουν πάρει απόφαση ακόμα» αφιερώνει ο καναδός θεατρικός συγγραφέας Στήβεν Μόρις Πάνιτς τη μαύρη κωμωδία του (ή, μήπως, «φωτεινή τραγωδία» του;) «Η θεία κι εγώ» (2009). Ένα έργο κατά βάση σκοτεινό, που βρίθει από άγριους, πένθιμους αστεϊσμούς με πικρή επίγευση∙ ωστόσο με μερικές λαμπερές αχτίδες τρυφερότητας κι ελπίδας να υποστέλλουν κάπως τη ζοφερή του ατμόσφαιρα...
     Μια ηλικιωμένη, ανήμπορη γυναίκα που «μετράει μέρες» (ρεαλιστικός θάνατος) δέχεται την επίσκεψη του κυνικού ανιψιού της, ο οποίος μοιάζει εντελώς απονεκρωμένος συναισθηματικά (συμβολικός θάνατος). Ο ανιψιός, αν και αναλαμβάνει με ζήλο και προθυμία τη φροντίδα της γριάς θείας του, δεν παύει εντούτοις να τη βασανίζει διαρκώς με καυστικά, μακάβρια καλαμπούρια σχετικά με τον επερχόμενο θάνατό της («Τι λες να ανακατέψω τις στάχτες σου με κοκκινόχωμα και να φυτέψω μια αμαρυλλίδα; Θα σου άρεσε;»). Η θεία παραμένει σιωπηλή σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου, αυτό όμως δεν ενοχλεί τον ανιψιό... το αντίθετο μάλλον, αφού μοιάζει να εκμεταλλεύεται τη σιωπή της προκειμένου να εκθέσει όλα τα δικά του εσώψυχα στη φόρα. Έτσι, ο αντιπαθητικός άντρας που αρχικά σοκάρει με την απαράδεκτα ωμή συμπεριφορά του, μέσα από τα λόγια του σιγά-σιγά μεταμορφώνεται στην τραγική φιγούρα ενός παιδιού που δεν αγαπήθηκε από τους γονείς του, σε ένα απελπισμένο αγόρι που μεγάλωσε νιώθοντας πάντα μόνο και ανεπιθύμητο. Ο τρόπος ανατροφής του, όπως σταδιακά συμπεραίνουμε, υπήρξε η αιτία που ο άντρας αυτός απέτυχε στη ζωή του να δημιουργήσει σχέσεις, φιλικές ή ερωτικές, με άλλους ανθρώπους. Όσο για τη θεία... εκείνη έμελλε να τροφοδοτήσει το μοναδικό όνειρο του παραμελημένου παιδιού: έγινε στο μυαλό του ο «άγγελος» που θα αναλάμβανε να τον σώσει από τη μίζερη ζωή που περνούσε. Η τωρινή σκληρότητα του ανιψιού έρχεται λοιπόν ως αντεκδίκηση για τη μη-εκπλήρωση των προσδοκιών του από τη θεία του – μια θεία που τον θυμήθηκε μόνο όταν έφτασε στο σημείο να χρειαστεί η ίδια τη βοήθειά του.
    Όπως ανέφερα και παραπάνω, οι συνεχείς, αν και εν είδει αστεϊσμού, αναφορές στον επικείμενο θάνατο της θείας από τον ανιψιό, που φτάνει στο σημείο να... παρακινεί τη θεία του να αυτοκτονήσει, καθιστούν (σε ένα πρώτο επίπεδο) το κλίμα του έργου μάλλον φρικώδες και εφιαλτικό. Φυσικά, ο πιότερο «νεκρός» της υπόθεσης δεν είναι άλλος από τον ανιψιό, ο οποίος υπήρξε θύμα μιας ανελέητης μοναξιάς ισότιμης με ψυχικό φόνο. Στο συγκεκριμένο έργο, επομένως, η μοναξιά ανάγεται στο ισχυρότερο δηλητήριο: η αίσθηση ότι δεν υπάρχεις για κανέναν ακυρώνει την ύπαρξή σου, σε σκοτώνει. Οι αδιάκοπες, ενοχλητικές παραινέσεις του ανιψιού στη θεία του, που συγκαλύπτουν πίσω από το μακάβριο χιούμορ την ίδια πάντα προτροπή («πέθανε πια επιτέλους!»), μπορούν άνετα να ερμηνευτούν ως εξής: «θα δικαιωθώ όταν πεθάνεις, εφόσον κάποτε συνετέλεσες κι εσύ στο δικό μου ‘θάνατο’».
     Όμως, όπως κι η θεία, έτσι κι ο ανιψιός δεν είναι ακόμα εντελώς «νεκρός». Το γεγονός ότι, αν και με φέρσιμο άθλιο και ενίοτε... επικίνδυνο, φροντίζει τη γριά θεία του, αποτελεί μια σημαντική ένδειξη ότι ακόμα υπάρχει ευαισθησία, ακόμα υπάρχει ένα ίχνος ζωής κάπου μέσα του. Το σκοτάδι της μοναξιάς και του θανάτου έρχονται να διαλύσουν οι αχνές, φωτεινές υποψίες μιας δειλής συμπάθειας μεταξύ των ηρώων (κυρίως από την πλευρά της θείας), η οποία γίνεται όλο και πιο δυνατή όσο περνούν οι μήνες της κοινής ζωής τους. Η ευρηματική δε ανατροπή που συντελείται λίγο πριν το τέλος του έργου εξουδετερώνει εντελώς την επίμονη πικρία του ανιψιού. Μια αληθινά τρυφερή και γλυκιά σχέση γεννιέται τότε μεταξύ αυτών των δυο μοναχικών και πληγωμένων ψυχών, που αρχίζουν να ζουν ο ένας για τον άλλον, ο ένας χάρη στον άλλον.
     Η σκηνοθεσία του έργου «Η θεία κι εγώ» από τον Πέτρο Ζούλια έρχεται να αλαφρώσει σημαντικά τη βαριά, θανατερή ατμόσφαιρα που μας εισάγει αυτό καθαυτό το κείμενο του Πάνιτς. Στη δημιουργία μιας παράστασης που στοχεύει να τονίσει τα φωτεινά σημεία του κειμένου (την ανθρωπιά, την αγάπη και την ελπίδα) και να επισκιάσει τα μελανά (τη μοναξιά, τα ψυχικά τραύματα και το θάνατο) ουσιώδη ρόλο παίζουν: η αξιόλογη απόδοση του Αντώνη Γαλαίου, η οποία κινείται προς αυτή την κατεύθυνση απαλύνοντας τις πιο φοβερές σκηνές (π.χ. η κατασκευή μιας μηχανής που προκαλεί ηλεκτροσόκ από τον ανιψιό γίνεται στο όνειρό του κι όχι στην πραγματικότητα), τα καλαίσθητα σκηνικά, αραιά τοποθετημένα λες για να επιτρέπουν στη θετική ενέργεια να ρέει ελεύθερη στο σκηνικό χώρο (αισθητικά δυνατότερο κομμάτι τους ένα δέντρο στο βάθος που σηματοδοτεί τις αλλαγές των εποχών) και τα ιλαρά κοστούμια της Αναστασίας Αρσένη (ξεκαρδιστική, με έναν ανεπαίσθητο θλιβερό σαρκασμό, η μπλούζα του ήρωα με τη στάμπα «My momma says I’m special»), οι ζωηροί φωτισμοί του Ανδρέα Μπέλλη,  η χαρωπή και αλέγρα, ίσως σε λίγο υπερβολικό βαθμό κάποιες στιγμές, μουσική που επιλέγει ο Παναγιώτης Αυγερινός, και, τέλος, η διανομή του κύριου ρόλου σε έναν ηθοποιό με αναμφισβήτητο και πηγαίο κωμικό τάλαντο, όπως είναι ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης.
     Ο «ανιψιός» του Χρήστου Χατζηπαναγιώτη μοιάζει εξαρχής με κακό, πειραχτικό ξωτικό, ένα πλασματάκι καταγέλαστο που έχει συγκαλύψει με ένα παχύ, άτεγκτο στρώμα σκληρής φαιδρότητας τις χρόνιες και αιωνίως χάσκουσες πληγές της ψυχής του, αφήνοντάς μας να ξεκρίνουμε μόνο μικροσκοπικά σπαράγματα από αυτές. Η τραγικότητα των λεγομένων του ανιψιού δε μαρτυράται σχεδόν καθόλου από την ερμηνεία του ηθοποιού, αλλά περισσότερο από το νόημα των καθαρά αυτοσαρκαστικών περιστατικών που αυτός αφηγείται. Η αλλαγή του χαρακτήρα του προς το τέλος του έργου, η «ανάσταση» της ψυχής του μέσω της αγάπης που επιτέλους νιώθει και εισπράττει για πρώτη φορά στη ζωή του, δίνεται με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο από τον ηθοποιό. Πριν όμως από αυτή την αλλαγή, κάποιοι επιπλέον «χρωματισμοί» στο πορτρέτο του ήρωα από τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη θα του έδιναν ίσως μεγαλύτερη ζωντάνια και αληθοφάνεια. Ακόμα, ο αξιέπαινος αυτός ηθοποιός θα έπρεπε να προσέξει λίγο την ορθοφωνία του, καθότι κάποιες από τις ατάκες του έφταναν δυστυχώς στ’ αυτιά των θεατών «στραπατσαρισμένες» και ως εκ τούτου αρκετά δυσνόητες.
     Η Μπέτυ Βαλάση στο ρόλο της θείας μάς αποδεικνύει ότι είναι μια μεγάλη ηθοποιός με τον πιο σαφή τρόπο: με το να υπάρχει στη σκηνή χωρίς λόγια! Δίχως να λέει λέξη, σκιαγραφεί μια γλυκιά, καλόβολη παρουσία και εκφράζει μέσω της φυσιογνωμίας και της κίνησής της πληθώρα συναισθημάτων. Η βαθιά συμπάθειά της για τον κακότροπο ανιψιό καθίσταται σε μας ευκρινέστατη, ενώ κατασυγκινεί στις τελευταίες σκηνές του έργου, οι οποίες υπογραμμίζουν ό,τι ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται ως κυρίαρχο «μήνυμα» του συγγραφέα: το πόσο έχουμε ο ένας ανάγκη τον άλλον, πόσο έχουμε ανάγκη την αγάπη προκειμένου να ζήσουμε. Συγκλονιστική η σκηνή που η θεία χαϊδεύει δειλά τον ανιψιό κι εκείνος, τελείως άπειρος από εκδηλώσεις τρυφερότητας, τινάζεται πέρα τρομαγμένος... για να καταλάβει λίγο μετά και να ανταποκριθεί («Ναι. Στοργή. Όνειρο!»).
     Μια παράσταση που ξεκινά με γέλιο που γδέρνει, συνεχίζει με λυπηρές αλήθειες που καγχάζουν και ολοκληρώνεται με μια ήρεμη θλίψη που φεγγοβολεί, εγκυμονώντας θριαμβευτικά το μυστικό της ευτυχίας, το βαθύτερο νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. «Σε όσους έχουν πεθάνει και δεν το έχουν πάρει απόφαση ακόμα», λέει ο Πάνιτς∙ «... και καλά κάνουν!», φαίνεται να συμπληρώνει ο Πέτρος Ζούλιας. Όπως το τραχύ χέρι της ετοιμοθάνατης θείας του οδηγεί τον ανιψιό στη λύτρωση, ανάλογη επίδραση υπόσχεται και στους θεατές το σκληρό, έντονο «χάδι» αυτής της ιδιαίτερης παράστασης. Νιώστε το!

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΟΤΕ ΠΑΙΖΕΤΑΙ:

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Δυνατό θέμα – μέτριο κείμενο - αδύναμη σκηνική αναπαράσταση


«Χόρεψέ με ως το τέλος του κόσμου», του Joe Sauter
στο θέατρο «Ελυζέ» από την ομάδα «Θεατρίνων Θεατές»
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λιβανός

Οι συντελεστές της παράστασης: Γιώργος Λιβανός, Καίτη Ιμπροχώρη, Στάθης Γκάτσης, Σταύρος Καλλιγάς, Χρήστος Λιακόπουλος, Νατάσσα Τσακαρισιάνου και Μιλένα Παρθενίου.

     «Όποιος κατάφερε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος», γράφει σε ένα μυθιστόρημά του ο Μενέλαος Λουντέμης. Και κάτι τέτοιο μάλλον ισχύει απόλυτα... Διότι το συναίσθημα του έρωτα έχει αποδειχτεί τόσο πολύπλοκο, όσο και η ανθρώπινη ψυχή. Κανείς μας δε μπορεί να πει με βεβαιότητα τι ακριβώς ερωτεύεται σε έναν άνθρωπο, αν και μπορούν να γίνουν πολυποίκιλες αναφορές στα στοιχεία εκείνα που προκαλούν εκ πρώτης το ερωτικό μας ενδιαφέρον. Αυτά μπορούν να αφορούν την εμφάνιση (αν είναι κάποιος γεροδεμένος ή αδύνατος, ξανθός ή μελαχρινός), το χαρακτήρα (σοβαρός ή χαρωπός, ώριμος ή με «καρδιά μικρού παιδιού») κ.ο.κ.. Κι όμως, συχνά συμβαίνει να μας εμπνεύσει σφόδρα ερωτικά αισθήματα ένα πρόσωπο που αποκλίνει κατά πολύ από αυτό που έχουμε στο νου μας ως το πρότυπο του «τέλειου» συντρόφου. Ένα πρόσωπο καθόλα διαφορετικό με τις καθιερωμένες προτιμήσεις του καθενός μας... που, στην έσχατη των περιπτώσεων, δεν ανήκει ούτε καν στο φύλο που διατεινόμαστε ότι μας ελκύει...
     Με τούτο το απόλυτα ανεξήγητο φαινόμενο του έρωτα καταπιάνεται ο Joe Sauter  στο θεατρικό του έργο «Χόρεψέ με ως το τέλος του κόσμου». Η υπόθεση έχει ως εξής: Μια μεσόκοπη λεσβία, ιδιοκτήτρια μπαρ στη Νέα Υόρκη, η οποία δεν αντέχει καν την ιδέα να την αγγίξει άντρας, αποφασίζει να γίνει μητέρα με την... πολύτιμη συμβολή ενός γκέι γνωστού της, που αισθάνεται παρόμοια αποστροφή για το έτερο (γυναικείο) φύλο. Για να τον πείσει να συμμετάσχει στο σχέδιό της, του υπόσχεται να του παραχωρήσει το διαμέρισμά της αφότου γεννήσει, ενώ εκείνη και το μωρό της θα επιστρέψουν στη γενέτειρά της. Η προσπάθεια τεκνοποίησης πετυχαίνει, κι έτσι ο άντρας μετακομίζει στο σπίτι της γυναίκας προκειμένου να της παράσχει μια στοιχειώδη φροντίδα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Όμως, ο καιρός που περνούν μαζί προκαλεί ένα παράξενο δέσιμο στους ασυνήθιστους αυτούς μέλλοντες γονείς. Μήπως πρόκειται για έρωτα... έναν εντελώς απρόβλεπτο και ανέλπιστο έρωτα;
     Το έργο δεν αποτελεί επ’ ουδενί κάποιου είδους «ηθικολογία». Ο Joe Sauter δε στοχεύει να αποδείξει μέσω αυτού του δράματος ότι και ο πιο φανατικός ομοφυλόφιλος έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στον «ίσιο δρόμο» και να γίνει υπόδειγμα οικογενειάρχη. Σαφώς και όχι! Όπως ήδη προανέφερα, σκοπός του συγγραφέα είναι να αποδώσει τα εύσημα στο πιο επαναστατικό, το πιο ρηξικέλευθο, το πιο ανεξήγητο συναίσθημα που υπάρχει, στον έρωτα, χρησιμοποιώντας παράλληλα ως φόντο του την αποξένωση και τη μοναξιά των ανθρώπων που ζουν στις μεγαλουπόλεις. Κατά πόσο όμως, και πόσο περίτεχνα, τον πετυχαίνει αυτόν του το σκοπό;
     Το θεατρικό έργο του Sauter σίγουρα απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί «αριστούργημα». Πάσχει∙ τόσο όσον αφορά δομή του (αρκετά φλύαρο, με «παραπανίσιες» και ανούσιες σκηνές), όσο και σε σχέση με τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του, που παραμένουν μάλλον θολές και ατελείς φιγούρες στα μάτια μας, χωρίς ποτέ να φτάνουν απόλυτα το επίπεδο «αληθινών» προσώπων. Να σημειωθεί ακόμα ότι οι δευτερεύοντες ήρωες του έργου (θυρωρός, ανιψιός της, ταχυδρόμος) δεν παίζουν παρά ελάχιστο ρόλο στην εξέλιξη της κεντρικής υπόθεσης, ενώ παράλληλα οι δικές τους περιπέτειες είναι μάλλον υποτονικές και αδιάφορες. Εν ολίγοις, στο «Χόρεψέ με» η τρανταχτή ιστορία (που, όπως λένε, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα), στέκει πολύ πιο ψηλά από τον τρόπο απόδοσής της. Ο Sauter ανακατεύει εκρηκτικά συστατικά, δημιουργώντας όμως ένα μάλλον χλιαρό μείγμα...
     Όμως, αν όχι και το πιο αξιόλογο του σύγχρονου δραματολογίου, το έργο του Sauter έχει μολαταύτα ένα ενδιαφέρον και κάποιες συγκινητικές εικόνες, επομένως με την κατάλληλη σκηνοθεσία (ή ακόμα και κάπως διασκευασμένο) θα μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα για μια ικανοποιητική παράσταση. Δυστυχώς αυτό δε συμβαίνει με την παράσταση του θιάσου «Θεατρίνων Θεατές».
    Στη συγκεκριμένη απόπειρα παράστασης του «Χόρεψέ με» απουσιάζει κάτι πολύ σημαντικό: η σκηνοθεσία (αν και αναφέρεται ως σκηνοθέτης ο κύριος Γιώργος Λιβανός). Σκηνοθετικά ρεύματα υπήρξαν δεκάδες στο παρελθόν, όπως και άκρως αντικρουόμενες απόψεις μεγάλων θεατρανθρώπων για τον τρόπο σκηνοθεσίας (ο Στανισλάφσκι εξήρε το βιωματικό θέατρο, ο Μπρεχτ, αντίθετα, αυτό της «αποστασιοποίησης»). Όμως, όλα τα σκηνοθετικά ρεύματα συνέκλιναν σε ένα σημείο πολύ βασικό: ότι στη σκηνή θα έπρεπε οπωσδήποτε να λαμβάνει χώρα κάτι άξιο της προσοχής των θεατών.
     Πάνω στη σκηνή του θεάτρου «Ελυζέ» δε μπορώ να πω ότι με συνεπήρε μια ιστορία, ένα συμβάν, ένα κάτι αξιοπρόσεκτο που να εκτυλίχτηκε μπροστά στα μάτια μου. Δεν είδα ηθοποιούς να ερμηνεύουν ρόλους, αλλά ανθρώπους να βγαίνουν στη σκηνή, να στέκονται όπου ήθελε ο καθένας τους (συχνά όχι και στα πιο περίοπτα σημεία της) και να εξακοντίζουν τα λόγια τους με τρομερή ταχύτητα, άθικτα από έστω κι ένα τυχαίο άγγιγμα της ψυχής τους∙ κάποιοι μάλιστα με επιτηδευμένα τσιριχτή ή «μπουκωμένη» φωνή κι άλλοι με διόλου καθαρή άρθρωση. Δεν είδα σχέσεις, δεν είδα αλληλεπίδραση, δεν είδα κάποια κρυμμένη σκηνοθετική ιδέα, αυτό που είδα μονάχα ως κακή αναπαράσταση του κειμένου μπορεί να οριστεί. Το ασυνάρτητο θέαμα (που μου θύμισε προχειροφτιαγμένη «σαπουνόπερα» επί σκηνής) έχασε την προσοχή μου από τα πρώτα λεπτά∙ αυτό που με έκανε να παραμείνω ως το τέλος ήταν η κάπως ενδιαφέρουσα υπόθεση του έργου.
     Ευνόητο είναι λοιπόν πως στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει νόημα να μιλήσω ειδικότερα για την ερμηνεία του καθενός ηθοποιού ξεχωριστά, μιας και απουσίαζε η μαγική σκηνοθετική γραμμή και, ως επακόλουθο, η ορθή εξάσκηση που θα κατάφερνε να μετατρέψει όλους τους ηθοποιούς-συντελεστές σε άξιους «συνεργάτες» για την επίτευξη μιας δεμένης και άρτιας παράστασης.
     Αξιοπρεπή, αλλά τίποτε περισσότερο, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δέσποινας Βολίδη – μάλλον αστεία επιλογή δε η... ρίψη αφρού στη σκηνή του χορού (φινάλε). Συγκεχυμένοι οι φωτισμοί του Σοκόλ Τομτσίνι, συνέβαλλαν όχι στη δημιουργία μιας κάποιας ατμοσφαιρικότητας, αλλά μάλλον στην περαιτέρω διάσπαση της προσοχής των θεατών. Τέλος, η καλή για το είδος της τζαζ μουσική του Johannes Mueller είχε πολύ παραπάνω έντονη παρουσία στην παράσταση από την ενδεδειγμένη μιας μουσικής υπόκρουσης – φαινόταν σα να διεκδικούσε η ίδια τον πρωταγωνιστικό ρόλο...
     Εν κατακλείδι, αν και το τρανταχτό θέμα του έργου εξιτάρει αρχικά το ενδιαφέρον των επίδοξων θεατών, η σκηνική του αναπαράσταση μάλλον απογοητεύει. Αν ο συγγραφέας δεν κατορθώνει να ανυψώσει μέσω του δράματός του το βαρυσήμαντο και αέναα φλέγον ζήτημα που τον απασχολεί, ο σκηνοθέτης και η ομάδα του δεν πετυχαίνουν δυστυχώς τίποτε άλλο από το να το καταβαραθρώσουν εντελώς...
    
Πληροφορίες για την παράσταση:

video
Το περσινό trailer της παράστασης (*η παράσταση παίχτηκε πέρισυ στο θέατρο Studio Κυψέλης).

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Μελέτη της ζωής... απεξαρχής!



«Το ημερολόγιο του Αδάμ και της Εύας», του Μαρκ Τουέιν
στο φουαγιέ του θεάτρου Επί Κολωνώ
Διασκευή-Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Η Άννα Κουτσαφτίκη (Εύα), ο Βασίλης Ανδρέου (Όφις) και ο Δημήτρης Μυλωνάς (Αδάμ).

     Όχι, σαφώς και δεν είχαν εφευρεθεί τα ημερολόγια την εποχή που το πρώτο ζευγάρι ανθρώπων έκανε την εμφάνισή του στον κόσμο! Το χιουμοριστικό μυθιστόρημα του Μαρκ Τουέιν, που βασίζεται στη βιβλική ιστορία των πρωτόπλαστων, αποτελεί μια «αλληγορία πάνω στην αλληγορία». Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον Αδάμ και την Εύα ως ένα βασικό «πρότυπο» ανθρώπινου ζεύγους προκειμένου να παρουσιάσει τα χαρακτηριστικά του καθενός φύλου, να διευρενήσει, μέσω των κωμικοτραγικών καταστάσεων που τους τοποθετεί, τη μεταξύ τους σχέση, και, τέλος, να μελετήσει τα σημαντικότερα στάδια της ανθρώπινης ζωής: τον έρωτα, τη γέννηση και το θάνατο.
     Η ιστορία του Τουέιν ξεκινά ως εξής: Η γαλήνη του μοναχικού, φιλήσυχου και – σε βαθμό ανίας – πραγματιστή Αδάμ διαταράσσεται από την έλευση της τρομερά ομιλητικής, ρομαντικής, ονειροπόλας και άκρως ενοχλητικής για τον ίδιο Εύας, που, συνεπαρμένη από τον ολοκαίνουριο, «φρεσκοπλασμένο» κόσμο, γράφει ασταμάτητα στο ημερολόγιό της τις εντυπώσεις της και δίνει συνεχώς ευφάνταστα ονόματα στις τοποθεσίες και στα έμβια όντα του Παραδείσου. Ο Αδάμ αρχικά επιλέγει να απομακρυνθεί από τη φλύαρη και αεικίνητη ταραχοποιό της ησυχίας του, (η οποία, αντίθετα, αποζητά διακαώς τη συντροφιά του) συνειδητοποιεί όμως στη συνέχεια ότι δεν αντέχει μακριά της. Οι διαφορές που τους χωρίζουν αποδεικνύονται παράλληλα και οι ελκτικές δυνάμεις που τους ενώνουν. Διότι, ο καθένας τους βρίσκει στο άλλο του μισό αυτό ακριβώς που λείπει στον ίδιο.
     Ακολουθούν η εξαπάτηση από το φίδι, κι έπειτα η πτώση από τη χαριτωμένη ανεμελιά του αγαπημένου κήπου στη σκληρή καθημερινότητα της αστικής ζωής. Ο Τουέιν θα λέγαμε ότι παραλληλίζει την ιστορία των πρωτόπλαστων με κείνην μιας τυπικής ερωτικής σχέσης, που ξεκινά με «παραδεισένιο» τρόπο, δίχως έγνοιες και σκοτούρες, για να εξελιχτεί σε έναν αγώνα επιβίωσης, που απαιτεί θυσίες, κόπους και συμβιβασμούς και από τους δύο συντρόφους. Η αθωότητα των ηρώων, που, ως οι «πρώτοι» άνθρωποι, βιώνουν τη ζωή ως κάτι το καινοφανές, ένα «άγνωστο» που καλούνται να το εξερευνήσουν μόνοι τους και δίχως κανέναν καθοδηγητή (δεν υπάρχουν γι’ αυτούς γονείς ή δάσκαλοι για να συμβουλευτούν), αποτελεί το τέλειο «άλλοθι» για τον Τουέιν ώστε να ανιχνεύσει τα, ευχάριστα ή δυσάρεστα, ανθρώπινα βιώματα «από την αρχή», δίχως τις παραπλανητικές προσμίξεις που έχουν υποστεί από τις ήδη πεπαλαιωμένες αντιλήψεις και την παράδοση. Η γέννηση προβάλλεται λοιπόν ολοκάθαρα ως ένα εκπληκτικό μυστήριο, η τεκνοποίηση και η ανατροφή των παιδιών ως πρωτόγνωρες, εντυπωσιακές διαδικασίες όπου οι γονείς διδάσκουν και παράλληλα διδάσκονται, ο θάνατος ως ένα αναγκαίο, ανεξήγητο κακό που φέρνει αναπόφευκτα πόνο και σπαραγμό. Ο Αδάμ και η Εύα δεν παύουν να «ροκανίζουν»  καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου του Τουέιν τον γλυκόπικρο «καρπό της γνώσης», που μπορεί να τους στέρησε τον γαλήνιο, δίχως προβλήματα μα και δίχως εναλλαγές, Παράδεισο, αλλά τους χάρισε μια πλήρη, ενδιαφέρουσα και συναρπαστική σαν περιπέτεια κοινή ζωή.
     Η Λίλλυ Μελεμέ στην πολύ καλή και προσεγμένη διασκευή της επέλεξε να συνδέσει κάποιες από τις πιο βασικές σκηνές της ιστορίας του Τουέιν (όπου προβάλλονται οι παραπάνω ανθρώπινες εμπειρίες) σε ένα μουσικοχορευτικό «παραμύθι» επί σκηνής, μια τρυφερή ιστορία αγάπης με πολλά ευτράπελα. Τρεις είναι οι πρωταγωνιστές της ευχάριστης, ανάλαφρης, και, σε κάποια σημεία, ιδιαιτέρως συγκινητικής αυτής παράστασης: το ζεύγος των πρωτόπλαστων, που εμφανίζονται σα δυο άκακα πλασματάκια όλο αφέλεια και αγνή παιδικότητα, και ο «τρισκατάρατος» Όφις, του οποίου ο ρόλος δε λαβαίνει τέλος μετά το προπατορικό αμάρτημα, όπως στη βιβλική ιστορία. Ο Όφις, παρών και στη Μετά Παραδείσου ζωή του Αδάμ και της Εύας, δεν παύει να τους παρακολουθεί, με τη βασική αμφίεση ενός κομπέρ-ταχυδακτυλουργού, αλλά και μέσα από διαρκείς μεταμορφώσεις σε δεκάδες πρόσωπα (από γέρο-ζητιάνο σε... γοητευτική χορεύτρια, από τραγουδιστή σε ταξιτζή), να κινεί τα νήματα της δράσης και να παίζει συνεχώς στα δάκτυλα το ζευγάρι, απλά κεντρίζοντας τις έμφυτες αδυναμίες του. Είναι σημαντικό να προσέξει κανείς ότι στις σκηνές πριν την Πτώση ο ίδιος ο Όφις μοιάζει να ενσαρκώνει ταυτόχρονα και το ρόλο του Θεού-Δημιουργού (έστω κι αν το κάνει περιπαιχτικά ή, έστω, απλώς αναπαραστατικά). Η δημιουργία, λοιπόν, των πρωτόπλαστων (και γενικά του ανθρώπινου γένους) μπορεί να ιδωθεί μέσα από τη συγκεκριμένη παράσταση σαν ένα είδος «φάρσας» σε βάρος τους, ένα αμείλικτο «παιχνίδι» που σκαρφίστηκε ένας είρωνας, σκανταλιάρης θεός προκειμένου να διασκεδάσει.
     Ο Δημήτρης Μυλωνάς και η Άννα Κουτσαφτίκη δένουν ιδανικά επί σκηνής ως το πρώτο ζευγάρι. Κι οι δυο θυμίζουν απονήρευτα παιδάκια που πρέπει να μεγαλώσουν μόνα τους, πράγμα διόλου εύκολο. Όσο σπαρταριστές είναι οι αρχικές κόντρες τους, τόσο ειλικρινής και στοργική είναι και η αγάπη που μοιράζονται στη συνέχεια. Μπορεί οι χαρακτήρες που υποδύονται να μην είναι και τόσο ρεαλιστικοί, το παίξιμό τους όμως είναι άκρως βιωματικό, όλο γνήσιο συναίσθημα. Ιδιαίτερα η Άννα Κουτσαφτίκη, μία από τις πιο χαρισματικές νέες ηθοποιούς που έχω εντοπίσει, με ένα πρόσωπο - τέλειο καθρέφτη συναισθημάτων, διαπρέπει εξίσου στις κωμικές και στις δραματικές σκηνές της παράστασης, προκαλώντας πότε το γέλιο και πότε το δάκρυ των θεατών. Πιο χαμηλών τόνων ο Δημήτρης Μυλωνάς, όπως το απαιτεί άλλωστε κι ο ρόλος του, εντούτοις εξίσου αληθινός κι εξίσου... συμπαθέστατος. Απολαυστικός ο ανακατώστρας Όφις-Θεός-Παρουσιαστής κτλ., που υποδύεται ο Βασίλης Ανδρέου, ένα ακόμα ηθοποιός που τιμά την έννοια του όρου.
     Έπαινος αξίζει στο μουσικοχορευτικό κομμάτι της παράστασης, και κυρίως στην πρωτότυπη, ιδιαίτερα μελωδική μουσική που συνέθεσαν οι «Παράξενες Μέρες», όπως και στους στίχους του Βασίλη Ανδρέου. Οι ηθοποιοί, ιδιαίτερα καλλίφωνοι (θα ξεχωρίσω και πάλι την Άννα Κουτσαφτίκη), απογειώνουν τα τραγούδια με τις ερμηνείες τους. Ωραία και η χορογραφία του τανγκό από τη Μόνικα Κολοκοτρώνη∙ ειλικρινείς και φιλότιμες οι προσπάθειες των ηθοποιών να την υπηρετήσουν πιστά, με τον Βασίλη Ανδρέου να υπερτερεί των υπολοίπων σε κίνηση, ευελιξία και ρυθμό.
     Εύστοχοι και ατμοσφαιρικοί οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα. Τα κοστούμια των Αλεξάνδρα Σιάφκου και Αριστοτέλη Καρανάνου ιδιαίτερα, ευφάνταστα και παράλληλα λειτουργικά. Το σκηνικό τους καλαίσθητο και πρωτότυπο, αν και στον συγκεκριμένο χώρο φάνηκε μάλλον να ασφυκτιά, τόσο το ίδιο, όσο και ολόκληρη η παράσταση. Βλέπετε, υπήρξα από τους τυχερούς που παρακολούθησαν πέρισυ το «Ημερολόγιο» στον σκάλες ανώτερο θεατρικό χώρο του «Συνεργείου». Εκεί, η θέαση ήταν όντως «παραδεισένια», καθότι αφενός υπήρχαν καθίσματα σε κερκίδες, που διευκόλυναν όλους μας να βλέπουμε εξίσου καλά, και αφετέρου η παράσταση «ανέπνεε» πιο ελεύθερα και το σκηνικό ήταν στημένο με τρόπο που να αναδεικνύεται η καλαισθησία του και να ξεκαθαρίζεται ο συμβολικός του ρόλος. Εκτός από τη θέαση, απολαυστικότερη ήταν κι η ακρόαση, μιας και ο χώρος του «Συνεργείου» διέθετε και καλύτερη ακουστική. Έχω τη γνώμη πως η επιλογή του φουαγιέ στο Επί Κολωνώ (ένα στενόχωρο μπαρ με λίγες θέσεις στο ίδιο επίπεδο, που κάνουν όλους όσους δεν βρίσκονται στις πρώτες θέσεις και δε φημίζονται για το ανάστημά τους να... πασχίζουν να παρακολουθήσουν τα επί σκηνής τεκταινόμενα) αδικεί πολύ την όμορφη και καλοδουλεμένη αυτή παράσταση. Δεν είμαι γενικώς αντίθετη με τη χρήση τέτοιων χώρων για θεατρικά δρώμενα, υπό τον όρο όμως ότι αυτά ανήκουν στο είδος που τους ταιριάζει. Όμως, άλλο stand-up comedy, άλλο αυτοσχεδιαστικό δρώμενο, κι άλλο θεατρική παράσταση. Για την τελευταία, είναι πιστεύω ευνόητο πως καθίσταται απαραίτητος ένας χώρος που να πληρεί κάποιες βασικές προϋποθέσεις.
     Με δυο λόγια: μια διαφορετική και πρωτότυπη παράσταση που διασκεδάζει, συγκινεί, και παράλληλα κεντρίζει με βελόνα σχεδόν ανεπαίσθητη τους πιο μύχιους υπαρξιακούς προβληματισμούς μας. Εύχομαι καλή και δημιουργική χρονιά στους αξιέπαινους συντελεστές του «Ημερολογίου», και, σε περίπτωση που η παράσταση επαναληφθεί και του χρόνου (κάτι που σίγουρα θα άξιζε να συμβεί), έναν πιο αρμόδιο θεατρικό χώρο...


Πληροφορίες για το που και κάθε πότε παίζεται: