Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Ένας έμπορος αλόγων στο κατόπι της δικαιόσυνης - ένας καλλιτέχνης που μεταμορφώνεται στην ιστορία του


Κόλχαας, του Χάινριχ φον Κλάιστ
Μετάφραση, Δραματουργική προσαρμογή, Σκηνοθεσία, Ερμηνεία:
Νίκος Αλεξίου
Ο Νίκος Αλεξίου.

     Στην κοινωνία των ζώων είναι σε όλους μας γνωστή και ξεκάθαρη η μορφή του δικαίου που επικρατεί: δεν είναι άλλο από αυτό του «ισχυροτέρου». Τα πιο δυνατά, σαρκοβόρα ζώα κυνηγούν και τρέφονται από τα πιο αδύναμα, συνήθως φυτοφάγα ζώα. Μια κοινώς αποδεκτή αλήθεια. Ο περίφημος «Νόμος της Φύσεως». Τι συμβαίνει όμως στην κοινωνία των ανθρώπων, στην κοινωνία ετούτων των (φερόμενων) νοητικά πολύ ανώτερων όντων που έχουν εφεύρει μαζί με τόσα άλλα αξιοθαύμαστα επιτεύγματα και την έννοια του πολιτισμού; Υφίσταται πράγματι ένα είδος δικαίου που προστατεύει τους πιο αδύναμους; Κι αυτό το ερώτημα γεννά ένα ακόμα, πιο δύσκολο και περίπλοκο στο να απαντηθεί: πρώτα απ’ όλα, γιατί στην «πολιτισμένη» ανθρώπινη κοινωνία υπάρχει αναντίρρητα αυτός ο τρανταχτός διαχωρισμός των ανθρώπων σε «αδύναμους» και «δυνατούς»; Μήπως αυτή και μόνο η δεδομένη κατάσταση αρκεί ώστε να αναιρέσει κάθε ψευδαίσθηση ύπαρξης μιας αληθινά αμερόληπτης και ευθυτενούς «δικαιοσύνης» που διέπει τις μεταξύ μας σχέσεις, όποια μορφή κι αν έχουν αυτές;
     Ο κεντρικός ήρωας στην ομώνυμη νουβέλα του γερμανού συγγραφέα Χάινριχ φον Κλάιστ, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1810 και βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν τον 16ο αιώνα στη Σαξονία και το Βραδενβούργο, ο ευκατάστατος, τίμιος έμπορος αλόγων Μίκαελ Κόλχαας, δεν ταλανίζεται διόλου από τέτοιου είδους προβληματισμούς, τουλάχιστον στην αρχή της ιστορίας του. Πρόκειται για έναν άνδρα γύρω στη μέση ηλικία, αυτάρκη και αξιοσέβαστο στους συμπολίτες του, που ζει αληθινά ευτυχισμένος με την οικογένειά του στο μεγάλο υποστατικό του, έχοντας μια απασχόληση που τον γεμίζει και τον ικανοποιεί απόλυτα. Μια ανύποπτη όμως ημέρα, ο Κόλχαας θα έρθει για πρώτη φορά αντιμέτωπος με την αδικία, όταν ένας κοινωνικά ισχυρός βαρόνος θα του πάρει με δόλιο τρόπο τα δυο ομορφότερα άλογά του και, αφού πρώτα τα κακομεταχειριστεί, θα αρνηθεί επιπλέον να του τα επιστρέψει.
     Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του Κόλχαας θα αλλάξει ριζικά. Αρχικά, θα επιχειρήσει να βρει το δίκιο του με όλα τα νόμιμα μέσα, καταγγέλοντας το γεγονός και απευθυνόμενος σε αρμόδιο δικηγόρο. Γρήγορα όμως θα αντιληφθεί ότι οι προσπάθειές του είναι μάταιες – ο βαρόνος είναι πράγματι ένας πολύ ισχυρός άνδρας, τόσο οικονομικά όσο και κοινωνικά, κι έχει τη δύναμη όχι μόνο να παρεμποδίσει την εφαρμογή του νόμου, αλλά ακόμα και να στρέψει τους μηχανισμούς της δικαιοσύνης ενάντια στον ίδιο τον άνθρωπο που έβλαψε. Ο δικηγόρος και άτομα από το φιλικό περιβάλλον του Κόλχαας τού δίνουν τη συμβουλή να ηρεμήσει και να ξεχάσει μια και καλή το γεγονός. «Δυο άλογα ήταν μόνο», του λένε όλοι, όμως για τον Κόλχαας δεν πρόκειται απλά και μόνο για «δύο άλογα». Πρόκειται για την τραγική κατεδάφιση ολόκληρης της κοσμοθεωρίας του, για την κατάρριψη της βαθιάς πίστης του ότι ζούσε προστατευμένος από κάθε κακό σε έναν αληθινά δίκαιο κόσμο. Τόσα χρόνια αγνός και απρόσβλητος από οδυνηρές εμπειρίες αδικίας, ζώντας τίμια και δίχως να βλάψει κανέναν, ο Μίκαελ Κόλχαας έχει διαμορφώσει έναν ακέραιο, αδαμάντινο χαρακτήρα. Αν υποχωρήσει, αν παραιτηθεί από τον αγώνα του για δικαιοσύνη, θα είναι σα να απαρνείται τον ίδιο του τον εαυτό, σα να σκοτώνει μονομιάς κάθε ελπίδα για ζωή αληθινά ειρηνική κι ευτυχισμένη, κάθε πιθανότητα για αληθινή ζωή.
      Μετά από τον αιφνίδιο θάνατο της γυναίκας του, που τραυματίζεται θανάσιμα προσπαθώντας να τον βοηθήσει να δικαιωθεί, το ποτήρι θα ξεχειλίσει για τον Κόλχαας. Έρμαιο του θυμού και του αφόρητου πόνου του, ο φιλήσυχος έμπορος αλόγων θα μετατραπεί σε φανατισμένο επαναστάτη, σε αρχηγό ενός αντάρτικου στρατού από πολλούς φτωχούς και αδικημένους, που καίνε και λεηλατούν μανιασμένα τη μια πόλη μετά την άλλη αναζητώντας τον διαβόητο βαρόνο, και μέσω αυτού, την πολύτιμη αποκατάσταση της δικαιοσύνης...
     Ο Νίκος Αλεξίου, συνεπαρμένος από τα διαχρονικά μηνύματα αλλά και από τις τόσο ζωντανές και έντονες εικόνες (εικόνες περισσότερο δράσης και συναισθημάτων παρά τοπίων) του συγκεκριμένου αφηγήματος του Κλάιστ, αποφασίζει να το μεταφέρει στη σκηνή αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη μετάφραση, τη δραματουργική προσαρμογή, τη σκηνοθεσία και τη σκηνική του απόδοση. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, επομένως το αποτέλεσμα λίγο θυμίζει την κλασική απαγγελία ενός μονολόγου. Αλλά και πάλι, ο Νίκος Αλεξίου δεν αφηγείται απλά μια ιστορία επί σκηνής. Αυτό που κάνει είναι – δίχως υπερβολή – να μεταμορφώνεται ο ίδιος στην ιστορία, και, μονάχα με τη φωνή, την έκφραση του προσώπου του και την κίνηση του σώματός του, να μεταβιβάζει ολοζώντανα στους θεατές του όλους τους χαρακτήρες της (από τον Κόλχαας, τον υπηρέτη του, τη γυναίκα του κ.α. μέχρι και τα... άλογα) κι όλες τις συναρπαστικές καταστάσεις και περιπέτειες που αυτοί βιώνουν.
     Δεν υπάρχουν στην κατάμαυρη, άδεια σκηνή (ονόματι «ΣΤΑΘΗΣ ΣΥΡΟΣ») του θεάτρου «Τόπος Αλλού» παρά μια λευκή καρέκλα, ο Νίκος Αλεξίου καθισμένος σ’ αυτήν και πάνω στο σώμα του οι γλαφυροί φωτισμοί που παραλλάσσονται ανάλογα με τα λεγόμενά του. Κι όμως, μέσα σε αυτό το τόσο λιτό σκηνικό καταλήγουμε να παρακολουθούμε άμαξες με άλογα που καλπάζουν, μάχες, λεηλασίες και πυρκαγιές, σκηνές τόσο δυνατές και συγκινητικές που σε καθηλώνουν. Συνταρακτική η «εικόνα» του θανάτου της Λιζέτας, συζύγου του Κόλχαας, σχεδόν φέρνει δάκρυα στα μάτια των θεατών, ενώ η ηρωική επιλογή του στο τέλος της παράστασης, η επιλόγη ενός ένδοξου θανάτου χάριν βαθύτερων αξιών αντί γι’ αυτήν μιας συμβατικής, ταπεινωμένης ζωής χωρίς ιδανικά, μάς αφήνει όλους μας με ένα αίσθημα απόλυτης ανακούφισης και με μια βαθιά επιθυμία ταύτισης με τον πρωταγωνιστή-έμβλημα ανδρείας, ακεραιότητας και αξιοπρέπειας.
      Συνοψίζοντας, αρκεί να γράψω ότι μετά το τέλος της παράστασης ο Νίκος Αλεξίου βγήκε από τη σκηνή, ξαναμπήκε και υποκλίθηκε τέσσερις φορές (!), καθότι τα ηχηρά, ενθουσιώδη χειροκροτήματα δεν έλεγαν να κοπάσουν. Την τέταρτη δε φορά ήταν που κατάφερε πια να «βγει» από το κλίμα του σκοτεινού, τόσο όμορφου όσο και άγριου, τόσο μακρινού όσο και επίκαιρου «παραμυθιού» που μας αναπαράστησε, και να χαμογελάσει στο κοινό του με την ικανοποίηση του χαρισματικού καλλιτέχνη, ο οποίος πέτυχε τον δύσκολο, μοναχικό στόχο του και με το παραπάνω.

Μαγνητοσκοπημένο απόσπασμα από την παράσταση.



Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Σκληρές αλήθειες σε φάσμα ονειρικό


Αυτό το παιδί, του Ζοέλ Πομερά
Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Φρόσω Λύτρα
Η Ζέτη Φίτσιου και η Εύρη Σωφρονιάδου στους ρόλους της Κόρης και της Μητέρας αντίστοιχα.

     «Οικογένεια... Η πηγή όλων των κακών, το καταφύγιο των γυναικών που θέλουν την ησυχία τους, το κάτεργο του οικογενειάρχη και η κόλαση των παιδιών!», έγραψε πριν από εκάτο χρόνια περίπου ένας μεγάλος σουηδός δραματουργός με ταραγμένα παιδικά χρόνια, ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ.
     Εκατό χρόνια μετά, ένας νέος γάλλος θεατρικός συγγραφέας, ο Ζοέλ Πομερά, φαίνεται να συμμερίζεται κατά πολύ την παραπάνω άποψη του προ καιρού θανόντα συναδέλφου του. Εστιάζοντας στη μορφή της οικογένειας ως «κόλασης των παιδιών», γράφει το σπονδυλωτό θεατρικό έργο «Αυτό το παιδί», του οποίου η υπόθεση βασίζεται σε ποικίλες μαρτυρίες γυναικών από την εργατική τάξη της Νορμανδίας.
     Δέκα σκηνές – η καθεμιά και μια διαφορετική ιστορία. Αιχμηρά θραύσματα από ραγισμένα πρότυπα-γονείς σχίζουν και ματώνουν την ψυχή των θυμάτων-παιδιών τους. Όχι ακραίες σχέσεις γονιών-παιδιών – μάλλον καταστάσεις που υπερβαίνουν τα άκρα και που τείνουν να αποφεύγονται επιμελώς στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Επώδυνα συναισθήματα μίσους, θυμού, αποστροφής, παραπόνου, που συνήθως βράζουν υπογείως κατατρώγοντας τον ψυχισμό, σε αυτό το έργο βγαίνουν σαν καυτή λάβα στην επιφάνεια, καθιστώντας τους ήρωες του Πομερά τραγικά πρόσωπα, προικισμένα παράλληλα με υψηλό δείκτη αυτογνωσίας. Όλοι τους βαθιά δυστυχισμένοι, όλοι τους σε απόγνωση, εντούτοις φωτισμένοι με την πολύτιμη γνώση σχετικά με το τι τους οδήγησε σε αυτή τη δεινή κατάσταση. Η έγκυος της πρώτης σκηνής ξέρει ότι το παιδί που φέρει στα σπλάχνα της αποτελεί ένα όχημα εκδίκησης απέναντι στην απαξιωτική μητέρα της. Η πεντάχρονη κοπελίτσα της δεύτερης σκηνής δε νιώθει καμιά ανάγκη να βλέπει τον πατέρα της και του το δηλώνει ευθαρσώς. Γονείς που επιμένουν να καταπιέζουν τα παιδιά τους ακόμα κι όταν αυτά – ενήλικα πλέον – έχουν φτιάξει τη δική τους οικογένεια δέχονται την, έστω και αργοπορημένη, αντίδρασή τους. Ο Πομερά δε δημιουργεί για τους ήρωές του ρεαλιστικούς διαλόγους. Αντίθετα, διαλέγει να δώσει φωνή στις πιο μύχιες σκέψεις τους, να εκφράσει μέσω του λόγου τα πιο απόκρυφα μυστικά τους. Σπάνια τέτοιες αμείλικτες αλήθειες λέγονται τόσο ευθέως στις «αληθινές» σχέσεις των ανθρώπων. Το γεγονός αυτό καθιστά το έργο του Πομερά υπέρμετρα αληθινό, ταυτόχρονα όμως και μη-ρεαλιστικό. Οι δέκα σκηνές του δράματος μοιάζουν με όνειρα των πρωταγωνιστών τους, όνειρα που, σύμφωνα και με τη φροϋδική θεωρία, αντικατοπτρίζουν τις βαθύτερες, ανομολόγητες επιθυμίες τους – στις περισσότερες από τις προκείμενες περιπτώσεις, επιθυμίες για ένα οριστικό «ξεκαθάρισμα λογαριασμών».
     Η σκηνοθέτις Φρόσω Λύτρα αντιλήφθηκε ορθά την ονειρική φύση του συγκεκριμένου έργου. Εμπλουτίζοντάς το και με επιπρόσθετα κείμενα περιγραφής ονείρων των ηρώων, που συνέγραψε η ίδια και τα οποία ακούγονται μαγνητοφωνημένα πριν από κάποιες σκηνές του δράματος, κατέληξε να εμπνευστεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη σουρρεαλιστική παράσταση, «παντρεύοντας» τη θεατρική με την εικαστική τέχνη στο φουαγιέ του θεάτρου Badminton. Με την πολύτιμη συμβολή της εικαστικής επιμελήτριας Ίριδας Κρητικού και του σκηνογράφου Μανόλη Παντελιδάκη, έστησε με τα έργα δεκαπέντε εικαστικών καλλιτεχνών δέκα ξεχωριστούς σκηνικούς χώρους (έναν για κάθε σκηνή του δράματος) που υπηρετούν επάξια την ατμόσφαιρα των αντίστοιχων φοβερών «ονείρων» που αναπαριστούν. Με την είσοδό του στο φουαγιέ του Badminton, ο θεατής εισάγεται αυτόματα στην ατμόσφαιρα μιας έκθεσης μοντέρνας τέχνης, με αλλόκοτες συνθέσεις πινάκων, κοστουμιών, αγαλματιδίων και λοιπών αντικειμένων, οι οποίες φαντάζουν μάλλον ανολοκλήρωτες. Η παρουσία των ηθοποιών-πρωταγωνιστών κάθε σκηνής είναι αυτή που τις ολοκληρώνει. Πρόκειται για ένα θέαμα πρωτοποριακό και πρωτόγνωρο: μια νέα μορφή εικαστικής τέχνης που, έχοντας για τελευταία πινελιά ζωντανά πρόσωπα, οδηγείται στην τέλεια πλήρωσή της.
     Αναμφισβήτητα, το εικαστικό κομμάτι της παράστασης είναι αποτέλεσμα απαιτητικής, προσεγμένης και αξιόλογης δουλειάς. Ο θεατής θα μπορούσε άνετα να αντιληφθεί το νόημα της κάθε σκηνής αν «πάγωνε» οποιαδήποτε στιγμή τη δράση της. Όλοι οι καλλιτέχνες που συνεργάστηκαν σε αυτή την κατεύθυνση αξίζουν συγχαρητήρια για τις πεντακάθαρες και εκφραστικότατες ονειρικές εικόνες που κατάφεραν να φιλοτεχνήσουν∙ εικόνες που ενισχύονται κι από πληθώρα συμβολιστικών στοιχείων: μια λεκάνη που εκπέμπει φως σε ρόλο κούνιας μωρού, ένα μωρό-βαλίτσα εν είδει «βραβείου» για το ζεύγος των καλών θετών γονιών του, ένα λευκό μπαλόνι-κοιλιά εγκύου στα χέρια μιας μαύρης μπαλαρίνας που μας ξεναγεί από σκηνή σε σκηνή, και παντού κουτιά όπου πάνω τους αναγράφεται η λέξη «fragile» (εύθραυστο), που παραπέμπει προφανώς στον ευαίσθητο παιδικό ψυχισμό.
     Όσον αφορά όμως το θεατρικό κομμάτι της καλλιτεχνικής αυτής σύνθεσης, αν και σε γενικές γραμμές αρκετά ικανοποιητικό, ωστόσο εμπεριέχει σημαντικές αδυναμίες. Η ιδιαίτερα γλαφυρή εικόνα, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, υπερτερεί κατά πολύ του λόγου, που φαίνεται να έχει τεθεί σε μεγάλο βαθμό στην υπηρεσία της. Οι κινήσεις και οι στάσεις των ηθοποιών δίνουν συχνά την εντύπωση ότι υπαγορεύονται από τις απαιτήσεις του εκάστοτε εικαστικού εγχειρήματος, ενώ το ύφος της σκηνοθεσίας συχνά μοιάζει να διχοτομείται, πασχίζοντας να ακολουθήσει ταυτόχρονα τα μονοπάτια του ρεαλισμού και του σουρρεαλισμού. Έτσι, για παράδειγμα, η ένατη και πολύ δυνατή σκηνή της αναγνώρισης ενός πτώματος από μια γυναίκα (που φοβάται ότι ο νεκρός είναι ο γιος της), αποδυναμώνεται από την παράταιρη παρουσία ενός μαυροφορεμένου άντρα, που, σα βγαλμένος από εφιάλτη, την προτρέπει κάθε τόσο αμέτοχος (εντούτοις όχι και ακίνητος, όπως θα ‘ταν προτιμότερο) να «σηκώσει το σεντόνι».
     Οι ερμηνείες των ηθοποιών, ειδικότερα, κυμαίνονται σε διάφορα επίπεδα, με κυρίαρχη όλων τους εκείνη της Βάνας Πεφάνη, που, πραγματικά συγκλονιστική, σπαράζει πάνω στο πτώμα του «γιου» της περιχύνοντάς το με γνήσια δάκρυα. Στις ευχάριστες εκπλήξεις αυτής της παράστασης συγκαταλέγεται και η θαυμάσια ερμηνεία του χαρακτήρα ενός δεκαπεντάχρονου «φρικιού» (παιδιού «τέρατος» που βασανίζει αδυσώπητα τον άρρωστο πατέρα του) από τον νεαρό Νεκτάριο Λουκιανό. Πολύ καλή επίσης είναι και η Βίκυ Βολιώτη σε όλες τις σκηνές που παίρνει μέρος. Σε πλήρη αντίθεση με τους παραπάνω, ο Σωκράτης Αλαφούζος ερμηνεύει και τις δυο πατρικές φιγούρες που καλείται να ενσαρκώσει μάλλον με προχειρότητα και παντελή έλλειψη ταύτισης.
     Η πένθιμη, μελαγχολική μουσική του Σταύρου Γασπαράτου και οι άψογοι φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου συνοδεύουν ιδανικά τα επί σκηνής τεκταινόμενα. Τα μοντέρνου τύπου κοστούμια των Ειρήνη Τσακίρη και Σοφία Νικολαΐδη αρμόζουν στους θεατρικούς χαρακτήρες και τελειοποιούν το σκηνικό σύνολο. Εξαίρεση το κοστούμι «μαύρης μπαλαρίνας» που φορά η χορεύτρια Σοφία Μιχαήλ, της οποίας γενικά ο βουβός ρόλος-συνδετικός κρίκος μεταξύ των σκηνών φαντάζει κάπως παράταιρος με το νόημα του έργου και με την όλη ατμόσφαιρα της παράστασης.
     Όχι και τόσο καλή ιδέα η τοποθέτηση περιοδικών και εφημερίδων σε περιδεμένες στοίβες μπροστά από τον καθένα από τους σκηνικούς χώρους (πλην του τελευταίου), ώστε να χρησιμεύσουν ως «καθίσματα» για τους θεατές. Αφενός λειτουργούν εις βάρος της αισθητικής ποιότητας του σκηνικού, αφετέρου δεν είναι και τόσο πρακτικά ως καθίσματα. Θα μπορούσαν κάλλιστα είτε να λείπουν, είτε στη θέση τους να υπάρχουν πάγκοι ή μικρά τετράγωνα σκαμνάκια.
     Παράσταση-πολυθέαμα που, σε τελική ανάλυση, τείνει να κερδίσει τις εντυπώσεις χάρη σε δύο δυνατά σημεία της: την αδιαμφισβήτητη και διαχρονική ισχύ του θέματος που πραγματεύεται, και την πρωτοτυπία της σκηνικής του απόδοσης. Ιδανική επιλογή τόσο για θεατές-γονείς (ιδιαίτερα για εκείνους που μαστίζονται από αμφιβολίες σχετικά με τον τρόπο που επιτελούν τον γονεϊκό τους ρόλο), όσο και για θεατές-φίλους των εικαστικών τεχνών.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΟΤΕ ΠΑΙΖΕΤΑΙ:
http://www.athinorama.gr/theatre/data/performances/?id=10007074

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Ταλαντούχοι ηθοποιοί παίζουν... στην κυριολεξία στο Cabaret Voltaire


Αυτοσχεδιάζοντας
Αυτοσχεδιαστικό δρώμενο από τη θεατρική ομάδα «Ραγιάδες»
Σύλληψη - Σκηνοθεσία: Ευδόκιμος Τσολακίδης

Οι πέντε "Ραγιάδες": Ιωσήφ Κοκκίνης, Αλέξανδρος Θωμάς, Δημήτρης Κατσιμίρης, Κωνσταντίνος Καλούδης και Ηλίας Βαλάσης
     Κρίνοντας με βάση τις περισσότερες παραστάσεις που παρακολούθησα τον τελευταίο χρόνο στην Αθήνα, τείνω ν’ αποκρυσταλλώσω την άποψη ότι στους μικρότερους και ταπεινότερους χώρους είθισται να συμβαίνουν τα πιο εντυπωσιακά θεατρικά θαύματα. Πυροτεχνήματα αστράφτουν σε σκοτεινά, λιλιπούτεια θεατράκια των πενήντα θέσεων, ενώ σε ανύποπτα μπαράκια και θέατρα-ποντικότρυπες η υποκριτική τέχνη φορά το πιο εκθαμβωτικό της ένδυμα, γοητεύοντας τους εκάστοτε θεατές της και δικαιώνοντας πέρα για πέρα την ιδιαίτερη επιλογή τους.
     Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με την αυτοσχεδιαστική παράσταση «Αυτοσχεδιάζοντας», που φιλοξενεί φέτος ένα μικρό μπαράκι, το Cabaret Voltaire, σε μια ήσυχη, φτωχική γειτονιά του Μεταξουργείου. Η θεατρική ομάδα «Ραγιάδες», που αποτελείται από πέντε χαρισματικούς ηθοποιούς, επιλεγμένους και τέλεια εκπαιδευμένους από τον πολυπράγμωνα και κοσμογυρισμένο σκηνοθέτη Ευδόκιμο Τσολακίδη, ιδρυτή του «Θεάτρου των Αλλαγών», ψυχαγωγεί προσφέροντας στιγμές αβίαστου γέλιου, και ταυτόχρονα αναζωογωνεί τους θεατές αποσπώντας την προσοχή τους από τις καθημερινές τους έννοιες και φέρνοντάς τους έμμεσα σε επαφή με το παιδί που βρίσκεται ξεχασμένο μέσα τους.
     Από την είσοδό του κιόλας στο Cabaret Voltaire, ο θεατής νιώθει να τον αγκαλιάζει μια παράξενη, φιλική ζεστασιά, που σα να εκπέμπει ως δια μαγείας ο μικρός αυτός χώρος με όλα τα χαρακτηριστικά του μπαρ, πλην μιας υποτυπώδους φωτισμένης σκηνής στη δεξιά του πλευρά δίχως καθόλου σκηνικά, μονάχα με πέντε καρέκλες παραταγμένες στο βάθος της. Οι ηθοποιοί, χαμογελαστοί και προσιτοί, κυκλοφορούν στο χώρο του μπαρ και κουβεντιάζουν χαλαρά με όλους τους παρευρισκόμενους σα να τους γνωρίζουν χρόνια. Με την απαρχή του θεατρικού δρώμενου θεατές και ηθοποιοί γίνονται και επίσημα μια μεγάλη παρέα μέσω μιας «διαδικασίας μύησης» των θεατών, η οποία επιτυγχάνεται με κάποιες εύστοχες ερωτήσεις αυτογνωσίας-αυτοεκτίμησης που οι πρώτοι καλούνται ν’ απαντήσουν σωματικά, επιλέγοντας να σηκωθούν ή να παραμείνουν στη θέση τους ανάλογα με το αν η απάντησή τους είναι αρνητική ή θετική. Πρόκειται για ένα ιδανικό «ξεμάγκωμα» των θεατών, έναν έξυπνο και «ανώδυνο» τρόπο ώστε να αφυπνιστεί η προσοχή τους και από παθητικοί να γίνουν «δυναμικοί θεατές», όπως τους χαρακτηρίζει σύσσωμη η ενθουσιώδης θεατρική ομάδα των «Ραγιάδων» μετά το πέρας αυτών των ερωτήσεων. 
     Το θέαμα που ακολουθεί ουδεμία σχέση έχει με το θεατρικό είδος της stand-up comedy. Η διασκέδαση και το γέλιο δεν προκύπτουν από την αμηχανία ενός δύστυχου θεατή που οι ηθοποιοί θα επιλέξουν ως «στόχο» των πειραγμάτων τους. Αντίθετα, οι ηθοποιοί επωμίζονται αποκλειστικά την ευθύνη της ψυχαγωγίας του κοινού και τίθενται κυριολεκτικά στην υπηρεσία του. Αυτό επιτυγχάνεται ως εξής: κάθε τόσο οι ηθοποιοί ζητούν από τους θεατές να προτείνουν τις δικές τους ιδέες σχετικά με τον τόπο/ το θέμα/ την υπόθεση του θεατρικού δρώμενου που θα ‘θελαν να παρακολουθήσουν κι έπειτα δημιουργούν μια ξεχωριστή κάθε φορά σκηνή, με χαρακτήρες και σχέσεις που εμπνέονται και πλάθουν αυτοστιγμή! Δεν υπάρχει κείμενο∙ το «θεατρικό έργο» «μαγειρεύεται» προφορικά επί σκηνής και σερβίρεται στους θεατές ζεστό, αχνιστό και – ως εκ θαύματος – πάντα εύγεστο. Οι πέντε «Ραγιάδες», μονίμως σε εκπληκτική ετοιμότητα, μεταμορφώνονται αδιάκοπα μπροστά στο έκθαμβο κοινό τους σε δεκάδες διαφορετικούς χαρακτήρες το λεπτό, σε μυστήρια πλάσματα, μέχρι και σε αντικείμενα! Τα ιλαρά τους καμώματα θυμίζουν παιχνίδια μιας ξεχασμένης εποχής, μιας εποχής θαμμένης πια βαθιά μέσα στις λογής ενήλικες σκοτούρες μας, αυτής της παιδικής μας αθωότητας, τότε που η φαντασία κάλπαζε αχαλίνωτη, τότε που, απλά παίζοντας, μπορούσαμε να εισδύσουμε αβίαστα στον πιο αλλόκοτο ρόλο και να τον ενσαρκώσουμε με απόλυτη και πεντακάθαρη φυσικότητα.
     Ο Ευδόκιμος Τσολακίδης, διακρίνοντας πιθανότατα την κωμική επιτυχία που είχαν κάποιες σκηνές των σπουδαστών του στο μάθημα του αυτοσχεδιασμού, είχε τη φαεινή ιδέα να εξελίξει αυτές καθαυτές τις αυτοσχεδιαστικές ασκήσεις σε ένα είδος πρωτότυπης, σπαρταριστής παράστασης. Κατάφερε να εκπαιδεύσει άριστα τους πέντε νέους ηθοποιούς του ώστε να μπορούν αφενός να αυτοσχεδιάζουν επί παντός θέματος, εμπιστευόμενοι την πρώτη ιδέα που θα τους έρθει στο μυαλό, και αφετέρου να υποστηρίζουν την εκάστοτε ιδέα τους με τρόπο άκρως χιουμοριστικό και με ιδιαίτερα πετυχημένες, γουστόζικες ατάκες. Οι «Ραγιάδες» είναι πάνω απ’ όλα μια ομάδα δεμένη και με τέλεια χημεία. Όλοι τους συνεργάζονται αρμονικά προς όφελος της απαιτητικής τους αυτοσχεδιαστικής παράστασης δίχως κανείς τους να προσπαθεί να επισκιάσει τον άλλον. Παράλληλα, προκαλούν το θαυμασμό με την επινοητικότητα, την καλπάζουσα φαντασία, τη σπιρτάδα τους, καθώς και με τα καλοδουλεμένα εκφραστικά τους μέσα και με την αδιαμφισβήτητη υποκριτική τους δεινότητα.
     Μια παρατήρηση που αποκόμισα από τις δύο φορές που παρακολούθησα ως τώρα το συγκεκριμένο αυτοσχεδιαστικό δρώμενο: οι ηθοποιοί αποφεύγουν επιμελώς σαν πέτρες ολισθηρές τα φλέγοντα θέματα της επικαιρότητας, π.χ. την οικονομική κρίση, ενώ ποτέ δεν επιλέγουν να ενσαρκώσουν επώνυμα πρόσωπα από το χώρο της πολιτικής ή γενικότερα. Αυτό συγκαταλέγεται σε ένα ακόμα από τα θετικά στοιχεία της καινοτομικής αυτής παράστασης. Δεν ξεπέφτει στο επίπεδο της κακής επιθεώρησης και παράλληλα αρνείται σθεναρά να διακινδυνεύσει ν’ αποκτήσει κοινά στοιχεία με την τυποποιημένη πλέον τηλεοπτική πολιτική σάτιρα, που στόχο έχει την υποβίβαση των σοβαρών προβλημάτων του λαού σε εύπεπτα και ακίνδυνα αστειάκια. Το χιούμορ των «Ραγιάδων» είναι χιούμορ αγνό, παιδικό, άχρωμο και ανόθευτο. Δεν προβληματίζει – αντίθετα, αλαφρώνει από τα προβλήματα. Σαν καθαρό νεράκι ξεπλένει το μυαλό από τις σκονισμένες έννοιες του, αποφορτίζει από την ψυχή από κάθε δυσάρεστη ένταση, υποδεικνύει έμμεσα πως, ακόμα και σε καιρό κρίσης, πάντα υπάρχουν όμορφα πράγματα και άνθρωποι που γλεντούν τη ζωή τους κάνοντας αυτό που αγαπούν αληθινά.
     Χάρη στους «Ραγιάδες», που, όπως ήδη προανέφερα, δε διαθέτουν μόνο ταλέντο αλλά και ευφρόσυνη, φιλική διάθεση, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη βράδυ το Cabaret Voltaire μετατρέπεται σε φωτεινή κοιτίδα θετικής ενέργειας. Η ευθυμία και το κέφι των ηθοποιών μεταδίδονται σε όλους τους θεατές σαν ευλογημένες επιδημίες. Η κάθε παράσταση είναι πάντοτε μια ευχάριστη έκπληξη, τόσο για το κοινό, πολλοί από το οποίο πηγαίνουν να τη δουν ξανά και ξανά, όσο και για τους ίδιους τους ηθοποιούς της, που καλούνται κάθε φορά να ζήσουν μια ολοκαίνουρια περιπέτεια δημιουργώντας κάτι το τελείως διαφορετικό, διευρύνοντας έτσι όλο και περισσότερο τους πλατείς ορίζοντες της ζωηρής, παιχνιδιάρικης φαντασίας τους.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΟΤΕ ΠΑΙΖΕΤΑΙ: