Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Δυνατό θέμα – μέτριο κείμενο - αδύναμη σκηνική αναπαράσταση


«Χόρεψέ με ως το τέλος του κόσμου», του Joe Sauter
στο θέατρο «Ελυζέ» από την ομάδα «Θεατρίνων Θεατές»
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λιβανός

Οι συντελεστές της παράστασης: Γιώργος Λιβανός, Καίτη Ιμπροχώρη, Στάθης Γκάτσης, Σταύρος Καλλιγάς, Χρήστος Λιακόπουλος, Νατάσσα Τσακαρισιάνου και Μιλένα Παρθενίου.

     «Όποιος κατάφερε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος», γράφει σε ένα μυθιστόρημά του ο Μενέλαος Λουντέμης. Και κάτι τέτοιο μάλλον ισχύει απόλυτα... Διότι το συναίσθημα του έρωτα έχει αποδειχτεί τόσο πολύπλοκο, όσο και η ανθρώπινη ψυχή. Κανείς μας δε μπορεί να πει με βεβαιότητα τι ακριβώς ερωτεύεται σε έναν άνθρωπο, αν και μπορούν να γίνουν πολυποίκιλες αναφορές στα στοιχεία εκείνα που προκαλούν εκ πρώτης το ερωτικό μας ενδιαφέρον. Αυτά μπορούν να αφορούν την εμφάνιση (αν είναι κάποιος γεροδεμένος ή αδύνατος, ξανθός ή μελαχρινός), το χαρακτήρα (σοβαρός ή χαρωπός, ώριμος ή με «καρδιά μικρού παιδιού») κ.ο.κ.. Κι όμως, συχνά συμβαίνει να μας εμπνεύσει σφόδρα ερωτικά αισθήματα ένα πρόσωπο που αποκλίνει κατά πολύ από αυτό που έχουμε στο νου μας ως το πρότυπο του «τέλειου» συντρόφου. Ένα πρόσωπο καθόλα διαφορετικό με τις καθιερωμένες προτιμήσεις του καθενός μας... που, στην έσχατη των περιπτώσεων, δεν ανήκει ούτε καν στο φύλο που διατεινόμαστε ότι μας ελκύει...
     Με τούτο το απόλυτα ανεξήγητο φαινόμενο του έρωτα καταπιάνεται ο Joe Sauter  στο θεατρικό του έργο «Χόρεψέ με ως το τέλος του κόσμου». Η υπόθεση έχει ως εξής: Μια μεσόκοπη λεσβία, ιδιοκτήτρια μπαρ στη Νέα Υόρκη, η οποία δεν αντέχει καν την ιδέα να την αγγίξει άντρας, αποφασίζει να γίνει μητέρα με την... πολύτιμη συμβολή ενός γκέι γνωστού της, που αισθάνεται παρόμοια αποστροφή για το έτερο (γυναικείο) φύλο. Για να τον πείσει να συμμετάσχει στο σχέδιό της, του υπόσχεται να του παραχωρήσει το διαμέρισμά της αφότου γεννήσει, ενώ εκείνη και το μωρό της θα επιστρέψουν στη γενέτειρά της. Η προσπάθεια τεκνοποίησης πετυχαίνει, κι έτσι ο άντρας μετακομίζει στο σπίτι της γυναίκας προκειμένου να της παράσχει μια στοιχειώδη φροντίδα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Όμως, ο καιρός που περνούν μαζί προκαλεί ένα παράξενο δέσιμο στους ασυνήθιστους αυτούς μέλλοντες γονείς. Μήπως πρόκειται για έρωτα... έναν εντελώς απρόβλεπτο και ανέλπιστο έρωτα;
     Το έργο δεν αποτελεί επ’ ουδενί κάποιου είδους «ηθικολογία». Ο Joe Sauter δε στοχεύει να αποδείξει μέσω αυτού του δράματος ότι και ο πιο φανατικός ομοφυλόφιλος έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στον «ίσιο δρόμο» και να γίνει υπόδειγμα οικογενειάρχη. Σαφώς και όχι! Όπως ήδη προανέφερα, σκοπός του συγγραφέα είναι να αποδώσει τα εύσημα στο πιο επαναστατικό, το πιο ρηξικέλευθο, το πιο ανεξήγητο συναίσθημα που υπάρχει, στον έρωτα, χρησιμοποιώντας παράλληλα ως φόντο του την αποξένωση και τη μοναξιά των ανθρώπων που ζουν στις μεγαλουπόλεις. Κατά πόσο όμως, και πόσο περίτεχνα, τον πετυχαίνει αυτόν του το σκοπό;
     Το θεατρικό έργο του Sauter σίγουρα απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί «αριστούργημα». Πάσχει∙ τόσο όσον αφορά δομή του (αρκετά φλύαρο, με «παραπανίσιες» και ανούσιες σκηνές), όσο και σε σχέση με τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του, που παραμένουν μάλλον θολές και ατελείς φιγούρες στα μάτια μας, χωρίς ποτέ να φτάνουν απόλυτα το επίπεδο «αληθινών» προσώπων. Να σημειωθεί ακόμα ότι οι δευτερεύοντες ήρωες του έργου (θυρωρός, ανιψιός της, ταχυδρόμος) δεν παίζουν παρά ελάχιστο ρόλο στην εξέλιξη της κεντρικής υπόθεσης, ενώ παράλληλα οι δικές τους περιπέτειες είναι μάλλον υποτονικές και αδιάφορες. Εν ολίγοις, στο «Χόρεψέ με» η τρανταχτή ιστορία (που, όπως λένε, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα), στέκει πολύ πιο ψηλά από τον τρόπο απόδοσής της. Ο Sauter ανακατεύει εκρηκτικά συστατικά, δημιουργώντας όμως ένα μάλλον χλιαρό μείγμα...
     Όμως, αν όχι και το πιο αξιόλογο του σύγχρονου δραματολογίου, το έργο του Sauter έχει μολαταύτα ένα ενδιαφέρον και κάποιες συγκινητικές εικόνες, επομένως με την κατάλληλη σκηνοθεσία (ή ακόμα και κάπως διασκευασμένο) θα μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα για μια ικανοποιητική παράσταση. Δυστυχώς αυτό δε συμβαίνει με την παράσταση του θιάσου «Θεατρίνων Θεατές».
    Στη συγκεκριμένη απόπειρα παράστασης του «Χόρεψέ με» απουσιάζει κάτι πολύ σημαντικό: η σκηνοθεσία (αν και αναφέρεται ως σκηνοθέτης ο κύριος Γιώργος Λιβανός). Σκηνοθετικά ρεύματα υπήρξαν δεκάδες στο παρελθόν, όπως και άκρως αντικρουόμενες απόψεις μεγάλων θεατρανθρώπων για τον τρόπο σκηνοθεσίας (ο Στανισλάφσκι εξήρε το βιωματικό θέατρο, ο Μπρεχτ, αντίθετα, αυτό της «αποστασιοποίησης»). Όμως, όλα τα σκηνοθετικά ρεύματα συνέκλιναν σε ένα σημείο πολύ βασικό: ότι στη σκηνή θα έπρεπε οπωσδήποτε να λαμβάνει χώρα κάτι άξιο της προσοχής των θεατών.
     Πάνω στη σκηνή του θεάτρου «Ελυζέ» δε μπορώ να πω ότι με συνεπήρε μια ιστορία, ένα συμβάν, ένα κάτι αξιοπρόσεκτο που να εκτυλίχτηκε μπροστά στα μάτια μου. Δεν είδα ηθοποιούς να ερμηνεύουν ρόλους, αλλά ανθρώπους να βγαίνουν στη σκηνή, να στέκονται όπου ήθελε ο καθένας τους (συχνά όχι και στα πιο περίοπτα σημεία της) και να εξακοντίζουν τα λόγια τους με τρομερή ταχύτητα, άθικτα από έστω κι ένα τυχαίο άγγιγμα της ψυχής τους∙ κάποιοι μάλιστα με επιτηδευμένα τσιριχτή ή «μπουκωμένη» φωνή κι άλλοι με διόλου καθαρή άρθρωση. Δεν είδα σχέσεις, δεν είδα αλληλεπίδραση, δεν είδα κάποια κρυμμένη σκηνοθετική ιδέα, αυτό που είδα μονάχα ως κακή αναπαράσταση του κειμένου μπορεί να οριστεί. Το ασυνάρτητο θέαμα (που μου θύμισε προχειροφτιαγμένη «σαπουνόπερα» επί σκηνής) έχασε την προσοχή μου από τα πρώτα λεπτά∙ αυτό που με έκανε να παραμείνω ως το τέλος ήταν η κάπως ενδιαφέρουσα υπόθεση του έργου.
     Ευνόητο είναι λοιπόν πως στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει νόημα να μιλήσω ειδικότερα για την ερμηνεία του καθενός ηθοποιού ξεχωριστά, μιας και απουσίαζε η μαγική σκηνοθετική γραμμή και, ως επακόλουθο, η ορθή εξάσκηση που θα κατάφερνε να μετατρέψει όλους τους ηθοποιούς-συντελεστές σε άξιους «συνεργάτες» για την επίτευξη μιας δεμένης και άρτιας παράστασης.
     Αξιοπρεπή, αλλά τίποτε περισσότερο, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δέσποινας Βολίδη – μάλλον αστεία επιλογή δε η... ρίψη αφρού στη σκηνή του χορού (φινάλε). Συγκεχυμένοι οι φωτισμοί του Σοκόλ Τομτσίνι, συνέβαλλαν όχι στη δημιουργία μιας κάποιας ατμοσφαιρικότητας, αλλά μάλλον στην περαιτέρω διάσπαση της προσοχής των θεατών. Τέλος, η καλή για το είδος της τζαζ μουσική του Johannes Mueller είχε πολύ παραπάνω έντονη παρουσία στην παράσταση από την ενδεδειγμένη μιας μουσικής υπόκρουσης – φαινόταν σα να διεκδικούσε η ίδια τον πρωταγωνιστικό ρόλο...
     Εν κατακλείδι, αν και το τρανταχτό θέμα του έργου εξιτάρει αρχικά το ενδιαφέρον των επίδοξων θεατών, η σκηνική του αναπαράσταση μάλλον απογοητεύει. Αν ο συγγραφέας δεν κατορθώνει να ανυψώσει μέσω του δράματός του το βαρυσήμαντο και αέναα φλέγον ζήτημα που τον απασχολεί, ο σκηνοθέτης και η ομάδα του δεν πετυχαίνουν δυστυχώς τίποτε άλλο από το να το καταβαραθρώσουν εντελώς...
    
Πληροφορίες για την παράσταση:

Το περσινό trailer της παράστασης (*η παράσταση παίχτηκε πέρισυ στο θέατρο Studio Κυψέλης).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου