Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Σκληρές αλήθειες σε φάσμα ονειρικό


Αυτό το παιδί, του Ζοέλ Πομερά
Σύλληψη-Σκηνοθεσία: Φρόσω Λύτρα
Η Ζέτη Φίτσιου και η Εύρη Σωφρονιάδου στους ρόλους της Κόρης και της Μητέρας αντίστοιχα.

     «Οικογένεια... Η πηγή όλων των κακών, το καταφύγιο των γυναικών που θέλουν την ησυχία τους, το κάτεργο του οικογενειάρχη και η κόλαση των παιδιών!», έγραψε πριν από εκάτο χρόνια περίπου ένας μεγάλος σουηδός δραματουργός με ταραγμένα παιδικά χρόνια, ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ.
     Εκατό χρόνια μετά, ένας νέος γάλλος θεατρικός συγγραφέας, ο Ζοέλ Πομερά, φαίνεται να συμμερίζεται κατά πολύ την παραπάνω άποψη του προ καιρού θανόντα συναδέλφου του. Εστιάζοντας στη μορφή της οικογένειας ως «κόλασης των παιδιών», γράφει το σπονδυλωτό θεατρικό έργο «Αυτό το παιδί», του οποίου η υπόθεση βασίζεται σε ποικίλες μαρτυρίες γυναικών από την εργατική τάξη της Νορμανδίας.
     Δέκα σκηνές – η καθεμιά και μια διαφορετική ιστορία. Αιχμηρά θραύσματα από ραγισμένα πρότυπα-γονείς σχίζουν και ματώνουν την ψυχή των θυμάτων-παιδιών τους. Όχι ακραίες σχέσεις γονιών-παιδιών – μάλλον καταστάσεις που υπερβαίνουν τα άκρα και που τείνουν να αποφεύγονται επιμελώς στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Επώδυνα συναισθήματα μίσους, θυμού, αποστροφής, παραπόνου, που συνήθως βράζουν υπογείως κατατρώγοντας τον ψυχισμό, σε αυτό το έργο βγαίνουν σαν καυτή λάβα στην επιφάνεια, καθιστώντας τους ήρωες του Πομερά τραγικά πρόσωπα, προικισμένα παράλληλα με υψηλό δείκτη αυτογνωσίας. Όλοι τους βαθιά δυστυχισμένοι, όλοι τους σε απόγνωση, εντούτοις φωτισμένοι με την πολύτιμη γνώση σχετικά με το τι τους οδήγησε σε αυτή τη δεινή κατάσταση. Η έγκυος της πρώτης σκηνής ξέρει ότι το παιδί που φέρει στα σπλάχνα της αποτελεί ένα όχημα εκδίκησης απέναντι στην απαξιωτική μητέρα της. Η πεντάχρονη κοπελίτσα της δεύτερης σκηνής δε νιώθει καμιά ανάγκη να βλέπει τον πατέρα της και του το δηλώνει ευθαρσώς. Γονείς που επιμένουν να καταπιέζουν τα παιδιά τους ακόμα κι όταν αυτά – ενήλικα πλέον – έχουν φτιάξει τη δική τους οικογένεια δέχονται την, έστω και αργοπορημένη, αντίδρασή τους. Ο Πομερά δε δημιουργεί για τους ήρωές του ρεαλιστικούς διαλόγους. Αντίθετα, διαλέγει να δώσει φωνή στις πιο μύχιες σκέψεις τους, να εκφράσει μέσω του λόγου τα πιο απόκρυφα μυστικά τους. Σπάνια τέτοιες αμείλικτες αλήθειες λέγονται τόσο ευθέως στις «αληθινές» σχέσεις των ανθρώπων. Το γεγονός αυτό καθιστά το έργο του Πομερά υπέρμετρα αληθινό, ταυτόχρονα όμως και μη-ρεαλιστικό. Οι δέκα σκηνές του δράματος μοιάζουν με όνειρα των πρωταγωνιστών τους, όνειρα που, σύμφωνα και με τη φροϋδική θεωρία, αντικατοπτρίζουν τις βαθύτερες, ανομολόγητες επιθυμίες τους – στις περισσότερες από τις προκείμενες περιπτώσεις, επιθυμίες για ένα οριστικό «ξεκαθάρισμα λογαριασμών».
     Η σκηνοθέτις Φρόσω Λύτρα αντιλήφθηκε ορθά την ονειρική φύση του συγκεκριμένου έργου. Εμπλουτίζοντάς το και με επιπρόσθετα κείμενα περιγραφής ονείρων των ηρώων, που συνέγραψε η ίδια και τα οποία ακούγονται μαγνητοφωνημένα πριν από κάποιες σκηνές του δράματος, κατέληξε να εμπνευστεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη σουρρεαλιστική παράσταση, «παντρεύοντας» τη θεατρική με την εικαστική τέχνη στο φουαγιέ του θεάτρου Badminton. Με την πολύτιμη συμβολή της εικαστικής επιμελήτριας Ίριδας Κρητικού και του σκηνογράφου Μανόλη Παντελιδάκη, έστησε με τα έργα δεκαπέντε εικαστικών καλλιτεχνών δέκα ξεχωριστούς σκηνικούς χώρους (έναν για κάθε σκηνή του δράματος) που υπηρετούν επάξια την ατμόσφαιρα των αντίστοιχων φοβερών «ονείρων» που αναπαριστούν. Με την είσοδό του στο φουαγιέ του Badminton, ο θεατής εισάγεται αυτόματα στην ατμόσφαιρα μιας έκθεσης μοντέρνας τέχνης, με αλλόκοτες συνθέσεις πινάκων, κοστουμιών, αγαλματιδίων και λοιπών αντικειμένων, οι οποίες φαντάζουν μάλλον ανολοκλήρωτες. Η παρουσία των ηθοποιών-πρωταγωνιστών κάθε σκηνής είναι αυτή που τις ολοκληρώνει. Πρόκειται για ένα θέαμα πρωτοποριακό και πρωτόγνωρο: μια νέα μορφή εικαστικής τέχνης που, έχοντας για τελευταία πινελιά ζωντανά πρόσωπα, οδηγείται στην τέλεια πλήρωσή της.
     Αναμφισβήτητα, το εικαστικό κομμάτι της παράστασης είναι αποτέλεσμα απαιτητικής, προσεγμένης και αξιόλογης δουλειάς. Ο θεατής θα μπορούσε άνετα να αντιληφθεί το νόημα της κάθε σκηνής αν «πάγωνε» οποιαδήποτε στιγμή τη δράση της. Όλοι οι καλλιτέχνες που συνεργάστηκαν σε αυτή την κατεύθυνση αξίζουν συγχαρητήρια για τις πεντακάθαρες και εκφραστικότατες ονειρικές εικόνες που κατάφεραν να φιλοτεχνήσουν∙ εικόνες που ενισχύονται κι από πληθώρα συμβολιστικών στοιχείων: μια λεκάνη που εκπέμπει φως σε ρόλο κούνιας μωρού, ένα μωρό-βαλίτσα εν είδει «βραβείου» για το ζεύγος των καλών θετών γονιών του, ένα λευκό μπαλόνι-κοιλιά εγκύου στα χέρια μιας μαύρης μπαλαρίνας που μας ξεναγεί από σκηνή σε σκηνή, και παντού κουτιά όπου πάνω τους αναγράφεται η λέξη «fragile» (εύθραυστο), που παραπέμπει προφανώς στον ευαίσθητο παιδικό ψυχισμό.
     Όσον αφορά όμως το θεατρικό κομμάτι της καλλιτεχνικής αυτής σύνθεσης, αν και σε γενικές γραμμές αρκετά ικανοποιητικό, ωστόσο εμπεριέχει σημαντικές αδυναμίες. Η ιδιαίτερα γλαφυρή εικόνα, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, υπερτερεί κατά πολύ του λόγου, που φαίνεται να έχει τεθεί σε μεγάλο βαθμό στην υπηρεσία της. Οι κινήσεις και οι στάσεις των ηθοποιών δίνουν συχνά την εντύπωση ότι υπαγορεύονται από τις απαιτήσεις του εκάστοτε εικαστικού εγχειρήματος, ενώ το ύφος της σκηνοθεσίας συχνά μοιάζει να διχοτομείται, πασχίζοντας να ακολουθήσει ταυτόχρονα τα μονοπάτια του ρεαλισμού και του σουρρεαλισμού. Έτσι, για παράδειγμα, η ένατη και πολύ δυνατή σκηνή της αναγνώρισης ενός πτώματος από μια γυναίκα (που φοβάται ότι ο νεκρός είναι ο γιος της), αποδυναμώνεται από την παράταιρη παρουσία ενός μαυροφορεμένου άντρα, που, σα βγαλμένος από εφιάλτη, την προτρέπει κάθε τόσο αμέτοχος (εντούτοις όχι και ακίνητος, όπως θα ‘ταν προτιμότερο) να «σηκώσει το σεντόνι».
     Οι ερμηνείες των ηθοποιών, ειδικότερα, κυμαίνονται σε διάφορα επίπεδα, με κυρίαρχη όλων τους εκείνη της Βάνας Πεφάνη, που, πραγματικά συγκλονιστική, σπαράζει πάνω στο πτώμα του «γιου» της περιχύνοντάς το με γνήσια δάκρυα. Στις ευχάριστες εκπλήξεις αυτής της παράστασης συγκαταλέγεται και η θαυμάσια ερμηνεία του χαρακτήρα ενός δεκαπεντάχρονου «φρικιού» (παιδιού «τέρατος» που βασανίζει αδυσώπητα τον άρρωστο πατέρα του) από τον νεαρό Νεκτάριο Λουκιανό. Πολύ καλή επίσης είναι και η Βίκυ Βολιώτη σε όλες τις σκηνές που παίρνει μέρος. Σε πλήρη αντίθεση με τους παραπάνω, ο Σωκράτης Αλαφούζος ερμηνεύει και τις δυο πατρικές φιγούρες που καλείται να ενσαρκώσει μάλλον με προχειρότητα και παντελή έλλειψη ταύτισης.
     Η πένθιμη, μελαγχολική μουσική του Σταύρου Γασπαράτου και οι άψογοι φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου συνοδεύουν ιδανικά τα επί σκηνής τεκταινόμενα. Τα μοντέρνου τύπου κοστούμια των Ειρήνη Τσακίρη και Σοφία Νικολαΐδη αρμόζουν στους θεατρικούς χαρακτήρες και τελειοποιούν το σκηνικό σύνολο. Εξαίρεση το κοστούμι «μαύρης μπαλαρίνας» που φορά η χορεύτρια Σοφία Μιχαήλ, της οποίας γενικά ο βουβός ρόλος-συνδετικός κρίκος μεταξύ των σκηνών φαντάζει κάπως παράταιρος με το νόημα του έργου και με την όλη ατμόσφαιρα της παράστασης.
     Όχι και τόσο καλή ιδέα η τοποθέτηση περιοδικών και εφημερίδων σε περιδεμένες στοίβες μπροστά από τον καθένα από τους σκηνικούς χώρους (πλην του τελευταίου), ώστε να χρησιμεύσουν ως «καθίσματα» για τους θεατές. Αφενός λειτουργούν εις βάρος της αισθητικής ποιότητας του σκηνικού, αφετέρου δεν είναι και τόσο πρακτικά ως καθίσματα. Θα μπορούσαν κάλλιστα είτε να λείπουν, είτε στη θέση τους να υπάρχουν πάγκοι ή μικρά τετράγωνα σκαμνάκια.
     Παράσταση-πολυθέαμα που, σε τελική ανάλυση, τείνει να κερδίσει τις εντυπώσεις χάρη σε δύο δυνατά σημεία της: την αδιαμφισβήτητη και διαχρονική ισχύ του θέματος που πραγματεύεται, και την πρωτοτυπία της σκηνικής του απόδοσης. Ιδανική επιλογή τόσο για θεατές-γονείς (ιδιαίτερα για εκείνους που μαστίζονται από αμφιβολίες σχετικά με τον τρόπο που επιτελούν τον γονεϊκό τους ρόλο), όσο και για θεατές-φίλους των εικαστικών τεχνών.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΟΤΕ ΠΑΙΖΕΤΑΙ:
http://www.athinorama.gr/theatre/data/performances/?id=10007074

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου