Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

«Η μαμά μου ποτέ δεν πεθαίνει»


«Η μαμά μου ποτέ δεν πεθαίνει», της Claire Castillon
στον Πολυχώρο Πολιτισμού Vault
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς

Ζωής αμείλικτο φως

Η Ιωάννα Πηλιχού και η Κική Μαυρίδου

     «Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει»... ή, μήπως, «από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι από αγκάθι βγαίνει ρόδο»; Ό,τι κι αν λέει ο λαός, ο Χαλίλ Γκιμπράν στον «Προφήτη» του τοποθετείται μάλλον σοφά ως προς την προαιώνια προβληματική του συσχετισμού των γονιών με τα παιδιά τους:

«Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τη Ζωή.
Δημιουργούνται διαμέσου εσένα, αλλά όχι από σένα
Κι αν και βρίσκονται μαζί σου, δε σου ανήκουν.
Μπορείς να τους δώσεις την αγάπη σου, αλλά όχι τις σκέψεις σου
Αφού ιδέες έχουν δικές τους».

     Άσχετα με το αν συμφωνούμε απόλυτα με τον Γκιμπράν ή όχι, το βέβαιο είναι πως ο χαρακτήρας μας, αν και δεν πρόκειται σαφώς για κάτι που κληροδοτείται γονιδιακά, εντούτοις διαμορφώνεται με βάση τις επιρροές που θα λάβουμε από το περιβάλλον μας, ιδίως στα τρυφερά χρόνια της πρώιμης ανάπτυξής μας. Έτσι, οι πρώτες κυρίαρχες επιρροές μας, αυτές των γονιών μας φυσικά, κατά κανόνα αποβαίνουν εξαιρετικά σημαντικές για τη ζωή μας και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξή μας.
     Εστιάζοντας πιο συγκεκριμένα στη σχέση μιας μητέρας με την κόρη της, άνετα αντιλαμβανόμαστε ότι η ιδιαιτερότητα της σχέσης αυτής έγκειται πρώτα από όλα στο γεγονός ότι και τα δυο της μέλη είναι... γένους θηλυκού. Εύλογο επομένως το ότι τις ενώνουν πολλά κοινά, καθότι μοιράζονται όχι μόνο τα βασικά χαρακτηριστικά του φύλου τους, αλλά δέχονται και παρόμοια (συχνά δυστυχώς επιζήμια) κοινωνική αντιμετώπιση. Αληθεύει ίσως ότι οι μητέρες έχουν μεγαλύτερη αδυναμία στους γιους τους, που, άντρες όπως ο πατέρας κι ο σύζυγός τους, τείνουν να θεωρούνται από τις ίδιες (με τη βοήθεια της παράδοσης φυσικά) ως οι διαχρονικοί και κυρίαρχοι αποδέκτες της «γυναικείας» τους περιποιητικότητάς. Ταυτόχρονα όμως, εξαιτίας της διαφοράς του φύλου τους, μεγαλύτερη είναι και η απόσταση που τις χωρίζει από αυτούς. Αντίθετα, η απόσταση μεταξύ μάνας και κόρης είναι συνήθως πολύ μικρότερη, και ως εκ τούτου η σχέση τους πολύ πιο στενή. Η μάνα, βλέποντας συχνά την κόρη σα μια νεότερη έκδοση του εαυτού της, δεν είναι λίγες οι φορές που την προτρέπει να εκπληρώσει τις δικές της ανικανοποίητες επιθυμίες, άλλοτε πάλι, αντίθετα, προσπαθεί να την υποχρεώσει να βαδίσει στα χνάρια της, ενώ σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις πασχίζει να ανταλλάξει τη θέση της με τη δική της, να γίνει δηλαδή εκείνη το μικρό ανυπεράσπιστο κοριτσάκι και η κόρη ο καλός, ανιδιοτελής άγγελος που θα αναλάβει τη φροντίδα της. Όπως και να ‘χει, πρόκειται χωρίς αμφιβολία για μια εκρηκτική σχέση με πληθώρα αντιφατικών στοιχείων και εύθραυστες ισορροπίες, οι οποίες άλλοτε αποκαθίστανται πλήρως, άλλοτε πάλι διαταράσσονται ανεπανόρθωτα...
     Η νεαρή Γαλλίδα συγγραφέας Κλερ Καστιγιόν, στα δεκαεννέα διηγήματά της υπό τον πρωτότυπο τίτλο «Insecte» (έντομο), με αιχμηρή ειλικρίνεια και αφοπλιστική τόλμη μάς παρουσιάζει δεκαεννέα διαφορετικές εκδοχές αυτής της ιδιαίτερης και πολύκροτης σχέσης μητέρας-κόρης, εστιάζοντας πότε στη μια, πότε στην άλλη πλευρά. Η Κατερίνα Μανιάτη στην αξιόλογη μετάφρασή της (που κυκλοφόρησε μόλις πέρισυ από τις εκδόσεις «Γιαλός») επέλεξε ως κεντρικό τον τίτλο ενός από αυτά τα διηγήματα: «Η μαμά μου ποτέ δεν πεθαίνει». Πρόκειται για μια φράση φοβερά εύστοχη και συγκλονιστικά αληθινή, διότι, ακόμα και μετά τον βιολογικό θάνατο της μητέρας, εκείνη συνεχίζει να «ζει» μέσω της κόρης της, καθότι οι έπαινοι ή οι αποδοκιμασίες της, τα χαμόγελα ή τα χτυπήματά της, η ευλογία ή η κατάρα της εξακολουθούν να ρέουν μέσα στο αίμα της τελευταίας, προσφέροντας ανάλογα στην καρδιά της πόνο ή ανακούφιση, θλίψη ή χαρά, καταδίκη ή λύτρωση...
     Στα διηγήματα-μονολόγους της Καστιγιόν η μάνα υποχρεώνεται πάνω απ’ όλα να απεκδυθεί το εξιδανικευμένο της πέπλο, που την αναδεικνύει ως ένα μονόχρωμο σύνολο από θετικά στοιχεία, όπως «φροντίδα», «παρηγοριά», «τρυφερότητα», «στοργή», «καρτερικότητα» κτλ., καταδικάζοντας όμως το αληθινό της πρόσωπο στην αφάνεια. Οι μητέρες της Καστιγιόν από κάλπικα πρότυπα ξαναγίνονται άνθρωποι, ατελή πλάσματα με ρεαλιστικά χαρακτηριστικά, συχνά δε τόσο αποκρουστικά που σοκάρουν. Η συγγραφέας επιλέγει να επικεντρωθεί σε περιπτώσεις που, αν και ολότελα ανόμοιες όσον αφορά τους χαρακτήρες και το κοινωνικό/ οικονομικό τους υπόβαθρο, συγκλίνουν στο ότι η σχέση μητέρας-κόρης περνάει κάποιου είδους κρίση, είτε λόγω των προβληματικών χαρακτήρων των μελών της, είτε λόγω εξωτερικών παραγόντων, όπως είναι η αρρώστια και ο θάνατος. Η Καστιγιόν, μέσα από λόγο απλό και ανεπιτήδευτο, που αποκτά και διαφορετικό ύφος (εξαιρετικά εύστοχο μάλιστα) ανάλογα με την ταυτότητα της ηρωίδας που τον εκφέρει, καταφέρνει να ανοίξει βαθιές χαραμάδες από όπου καλούμαστε να διακρίνουμε το τσουχτερό φως της ίδιας της ζωής, με όλη την αγριότητα, τη φρίκη, μα και την απαράμιλλη γοητεία του.
     Και αυτό ακριβώς το «φως της ζωής» μοιάζει να απασχολεί πάνω απ’ όλα τον Δημήτρη Καρατζιά, που μετά από το εκπληκτικά δυναμικό του ξεκίνημα με τη σκηνοθεσία του «Bent», συνεχίζει να χαράσσει μια σκηνοθετική πορεία ραγδαία ανοδική στον χώρο του θεάτρου. Δε θα ήταν υπερβολικό να γράψω πως αν ο Κονσταντίν Στανισλάφσκι βρισκόταν ακόμη ανάμεσά μας, σίγουρα θα έσπευδε να συγχαρεί τον Δημήτρη Καρατζιά ως έναν από τους πιο επάξιους εν Ελλάδι συνεχιστές του έργου του. Κι εδώ πρέπει ακόμα να πω ότι ένας σκηνοθέτης, αν στοχεύει σε ένα αληθινά ποιοτικό δημιούργημα, οφείλει να υιοθετήσει τη συμπεριφορά ενός... χρυσοχόου: να διαλέξει με προσοχή τα πολύτιμα μέταλλα και τους σπάνιους λίθους του ώστε να φιλοτεχνήσει ένα αληθινά αξιέπαινο κόσμημα. Αυτό δείχνει να το κατέχει εκατό τοις εκατό ο Δημήτρης Καρατζιάς διότι, επιλέγοντας ηθοποιούς-«διαμάντια» και λοιπούς «χρυσούς» συνεργάτες, κατάφερε να φτιάξει άλλη μια παράσταση... αληθινό κομψοτέχνημα. Κύριο χαρακτηριστικό της ο πελώριος όγκος των γνήσιων και έντονων συναισθημάτων, που βρίσκει στη μικρούλα σκηνή του Vault έναν αντιστρόφως ανάλογο σε χωρητικότητα τόπο φιλοξενίας. Εκεί λοιπόν, μέσα στα υπαινυκτικά, με το στίγμα της νοσταλγίας μα και της παρακμής, σκηνικά της Δέσποινας Χαραλάμπους, την υπέροχη, γλυκόπικρη μουσική του Μάνου Αντωνιάδη, που μοιάζει με δίνη όπου μέσα της στροβιλίζονται η ένταση και ο καημός, και τους διακριτικούς φωτισμούς του Βαγγέλη Μουντρίχα που παραλλάσσονται ανάλογα με τον «χώρο» (εσωτερικό ή εξωτερικό) που φωτίζουν, έξι αξιόλογες ηθοποιοί ερμηνεύουν με θαυμαστή εσωτερικότητα έντεκα από τους δεκαεννέα μονολόγους της Καστιγιόν, τους οποίους το χέρι του σκηνοθέτη έχει εμπλέξει με μαεστρία, έτσι ώστε κάποιες από τις γυναίκες που εμφανίζονται διαδοχικά στη σκηνή μπροστά μας να φαίνεται πως σχετίζονται με δεσμούς αίματος. Να σημειώσω ακόμα ότι η ζωντάνια των μονολόγων αυτών ενισχύεται με την παρουσία ενός δεύτερου προσώπου (μάνας ή κόρης) που, με σύντομες φράσεις και εύγλωττες εκφράσεις, συμμετέχει διακριτικά στην ιστορία που αφηγείται η εκάστοτε κεντρική ηρωίδα.
     Αναφορικά τώρα ως προς τις ηθοποιούς... Η κυρία Γιάννα Σταυράκη σίγουρα διαλέξε να κάνει ένα πολύ όμορφο δώρο στο θέατρο όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με την τέχνη της υποκριτικής για πρώτη φορά... σε ηλικία πενήντα ετών! Η ηθοποιός, εκτός από το να αποδείξει έμπρακτα ότι τα πιο φλογερά όνειρα δε γερνούν ποτέ και οφείλουν να ευοδώνονται, υποδύθηκε με απροσποίητη ευαισθησία την πιο «αγγελική» από τις μητρικές μορφές της Καστιγιόν: μια καρτερική, ηλικιωμένη γυναίκα κλεισμένη σε ίδρυμα, που πιο πολύ από τη δική της αφόρητη μοναξιά την πικραίνει η οικογενειακή δυστυχία της αγαπημένης της κόρης.
     Η νεαρή Ειρήνη Σταματίου εκπλήσσει με την τόσο πειστική της μεταμόρφωση σε «σπαστικό» κορίτσι που, παρά το προβληματικό μυαλό του, αποδεικνύεται απολύτως ικανό να κατανοήσει την προδοσία της μητέρας του κι επιπλέον να σχεδιάσει την εκδίκησή του, ανεπανόρθωτα πληγωμένο. Εξίσου σφριγηλή και γεμάτη νεύρο η ερμηνεία της ως μια εξαγριωμένη κόρη-φρικιό (βοηθητικός ρόλος στον δεύτερο μονόλογο της Αθηνάς Τσιλύρα), και έκδηλη η αγανάκτηση και ο πόνος της ως το παραμελημένο, γεμάτο αφόρητες ενοχές κορίτσι, του οποίου η μητέρα έκανε «δέκα εγχειρίσεις σε δέκα χρόνια» - άραγε εξαιτίας της δικής της γέννησης;
     Συγκλονιστική η ερμηνεία της Ιωάννας Πηλιχού στην πιο φαρμακερή ίσως ιστορία της Καστιγιόν, από αυτές που φρίττει κανείς στο άκουσμά τους και μόνο. Η νεαρή, ταλαντούχα ηθοποιός, υποδυόμενη ένα εφτάχρονο κοριτσάκι που δεινοπαθεί στα χέρια μιας παρανοϊκής μάνας, καταφέρνει να βγάλει πάνω στη σκηνή μια ολέθρια πληγωμένη παιδικότητα που «τσακίζει κόκαλα». Εξίσου περίφημα αποδίδει και τον δεύτερο ρόλο της: μια έφηβη που έχει σκεπάσει τον φόβο και τη θλίψη της για τον επικείμενο θάνατο της άρρωστης μητέρας της με ένα πυκνό στρώμα επίμονης οργής... το οποίο όμως στο τέλος ραγίζει για να τρέξουν ακράτητα τα δάκρυα...
     Το αριστοκρατικό physique της Κικής Μαυρίδου αρμόζει «γάντι» στον πρώτο ρόλο που ενσαρκώνει με εντιμότητα και πάθος: μια κρυφά νευρωτική γυναίκα της υψηλής κοινωνίας με συμβατικά «ευτυχισμένη» ζωή, που ταλανίζεται από υποψίες για πιθανές αιμομεικτικές σχέσεις του άντρα της με την ίδια της την κόρη. Εξίσου καλή η ηθοποιός στην απόδοση των άκρως αντιφατικών αισθημάτων μιας γυναίκας που από τη μια αντιμετωπίζει την πάσχουσα από άνοια μητέρα της ως αφόρητο μπελά, από την άλλη αρνείται πανικόβλητη να δεχτεί το θάνατό της...
     Η Αθηνά Τσιλύρα στους δυο ιδιαίτερα απαιτητικούς ρόλους που επωμίζεται σπαράζει στην κυριολεξία πάνω στη σκηνή προκαλώντας ρίγη στους θεατές, πότε ως υποταγμένη, ποτισμένη με ψυχοφάρμακα γυναίκα που στερείται τη στοργή όχι μόνο του συζύγου της αλλά και της μητέρας της, και πότε ως αφελής χωρισμένη μάνα που οι μανιασμένες επίθεσεις της έφηβης κόρης της τη φτάνουν στα όρια της αντοχής της.
     Πολύ εκφραστική στην απόγνωσή της η Νίκη Αναστασίου στο ρόλο της ενήλικης κόρης που πλέον αδυνατεί, παρότι προσπαθεί σκληρά, να επικοινωνήσει με την εγωκεντρική μητέρα της∙ εξαιρετική δε ως αφηγήτρια της μοναδικής ιστορίας σε γ΄ πρόσωπο (ιστορία μιας κοπέλας που χάνει όχι μόνο τον εαυτό της μα και τη ζωή της πασχίζοντας να γίνει αυτό που θα έκανε ευτυχισμένη τη μητέρα της).
     Καθαρόαιμο βιωματικό θέατρο, λοιπόν, για δεύτερη φορά φέτος στο μικρό και θαυματουργό Vault, με μια παράσταση που αποκαλύπτει μύχιες και τρομερές πτυχές της ζωής με τρόπο αισθαντικό, που με σιγαλή φωνή εκτοξεύει εκκωφαντικές αλήθειες, που στοχεύει κατευθείαν στην ψυχή πριν το μυαλό προλάβει να αντιδράσει... Στο τέλος της – ένα είναι σίγουρο – όλοι μας διακρίνουμε συγκινημένοι ένα μικρό λουλούδι να φυτρώνει δειλά-δειλά στο μαύρο λιβάδι των αλλεπάλληλων πληγών και του θανάτου...
     ... Να ‘ναι αυτό η αγάπη;...


ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Συγγραφέας: Claire Castillon
Μετάφραση: Kατερίνα Μανιάτη
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Κική Μαυρίδου
Σκηνικά – φωτογραφίες: Δέσποινα Χαραλάμπους
Κοστούμια: Δημήτρης Στρέπκος
Μουσική σύνθεση: Μάνος Αντωνιάδης
Φωτισμοί: Βαγγέλης Μούντριχας
Παραγωγή - Δημόσιες Σχέσεις: Καλλιτεχνικές Επιχειρήσεις Vault

ΔΙΑΝΟΜΗ

Νίκη Αναστασίου (Θα γίνεις γυναίκα, κόρη μου, Η ρήξη)
Κική Μαυρίδου (Το έντομο, Η μαμά μου ποτέ δεν πεθαίνει)
Ιωάννα Πηλιχού (Μπουφάν και γούνινες μπότες, Σύνδρομο Μινχάουζεν δι' αντιπροσώπου)
Ειρήνη Σταματίου (Θηλιές και κόμποι, Δέκα εγχειρήσεις σε δέκα χρόνια)
Γιάννα Σταυράκη (Σε φιλώ γλυκά)
Αθηνά Τσιλύρα (Ήπιαν σαμπάνια στο εστιατόριο, Πάλη)

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ

15€(Κανονικό)
10€ (Μειωμένο) Φοιτητές/ Μαθητές / Σπουδαστές/ Κάτοχοι Κάρτας Πολυτέκνων (ΑΣΠΕ)/ Άτομα άνω των 65 ετών/ ΑμΕΑ/Κάτοχοι Κάρτας Ανεργίας (ΟΑΕΔ)/ Κάτοχοι Ευρωπαϊκής Κάρτας Νέων/ Κάτοχοι Κάρτας Πολιτισμού ΥΠ.ΠΟ.Τ

Εισιτήρια προπωλούνται στα ταμεία του Πολυχώρου Πολιτισμού Vault Theatre Plus (Μελενίκου 26, Βοτανικός) απο Δευτέρα μέχρι Κυριακή 17:00-21:00 και τηλεφωνικά στο 210 3302348 / 6932296229/ 6983863324 Δευτέρα-Κυριακή 12:00 – 20:00.

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

Από Πέμπτη 11 Μαίου έως Σαββάτο 9 Ιουνίου 2012
Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή & Σάββατο στις 21:15μ.μ
Διάρκεια παράστασης: 90 λεπτά

ΠΟΛΥΧΩΡΟΣ VAULT
Μελενίκου 26, Βοτανικός
Τηλέφωνο επικοινωνίας- κρατήσεων: 2103302348, 6932296229 , 6983863324
Πλησιέστερος σταθμός μετρό: Κεραμεικός (5’ περίπου με τα πόδια)

Το τρέιλερ της παράστασης:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου