Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Τον παλιό, όμοιο καιρό...


«Το παράπονο του νεκροθάπτου», του Εμμανουήλ Ροΐδη
στο Θέατρο Booze Cooperativa
Σκηνοθεσία: Αντρέας Κουτσουρέλης

Οι συντελεστές της παράστασης: Δημήτρης Αντωνιάδης, Στάθης Βούτος, Αντρέας Κουτσουρέλης, Παναγιώτης Μαρίνος.
 
     Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά ενός αληθινά αξιόλογου θεατρικού έργου είναι το δίχως άλλο η διαχρονικότητα των θεμάτων και των νοημάτων που αυτό πραγματεύεται. Στη διαχρονικότητα κατά βάση οφείλεται η αθάνατη παντοδυναμία των σαιξπηρικών και των αρχαιοελληνικών δραμάτων, τα οποία δεν πρόκειται ποτέ να πάψουν να αναβιώνουν στη σκηνή φωτισμένα υπό μυριάδες διαφορετικούς σκηνοθετικούς «προβολείς» και προκαλώντας πάντα όμοια συγκίνηση στους θεατές τους. Το ίδιο συμβαίνει φυσικά και με κάθε κορυφαίο δείγμα της τέχνης του γραπτού λόγου – ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα που άγγιξαν βαθιά τους αναγνώστες τους από τη στιγμή που πρωτοδημοσιεύτηκαν, ακόμα και γραμμένα αιώνες πριν εξακολουθούν να παραμένουν επίκαιρα και πάντα εξίσου συναρπαστικά. Κι αυτό γιατί, αν και οι αλλοτινές κοινωνικές συνθήκες φαντάζουν κάπως διαφορετικές από τις σημερινές, τα αισθήματα, οι αδυναμίες και, γενικά, τα λοιπά θετικά ή αρνητικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης ελάχιστες έως μηδαμινές είναι οι παραλλαγές που παρουσιάζουν από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα...
     «Το παράπονο ενός νεκροθάπτου», διήγημα γραμμένο σε καθαρεύουσα το 1895 από τον πνευματώδη συγγραφέα της διάσημης «Πάπισσας Ιωάννας», Εμμανουήλ Ροΐδη, παρά την ιδιαιτερότητα της γλώσσας του αποτελεί τυπικό παράδειγμα ενός διαχρονικού έργου και παράλληλα – δυστυχώς –  απολύτως επίκαιρου. Πρόκειται για τη ρεαλιστική, πιθανώς αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου που εξαπατήθηκε οικτρά από έναν ψεύτη πολιτικό, τοποθετημένη σε μια εποχή ακόμα πιο παλιά από εκείνη του συγγραφέα της (τέλη 1700-αρχές 1800). Κεντρικός ήρωάς της ο Αργύρης Ζώμας, κηπουρός και βαρκάρης στη Σύρο, πατέρας εφτά παιδιών, ο οποίος, παραπλανημένος από έναν Αθηναίο συνταγματάρχη που ανταλάσσει... υποσχέσεις με συλλογή ψήφων προκειμένου να εκλεγεί βουλευτής, καταλήγει από ευτυχισμένος οικογενειάρχης με αξιοπρεπή ζωή να γίνει ένας χαροκαμένος νεκροθάφτης, ολοσχερώς κατεστραμμένος οικονομικά μα κυρίως ψυχικά...
     Και πριν ακόμα τη συγγραφή του «Παράπονου», ο Ροΐδης υπήρξε απόλυτα σαφής ως προς τη δυσμενή άποψή του τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για τους υποστηρικτές τους. «Πάντες θέλουσι το αυτό πράγμα, να τρέφωνται δαπάνη του δημοσίου», εκτιμούσε ο Ροΐδης το 1875, ορίζοντας επιπλέον ως πολιτικό «κόμμα» μια «ομάδα ανθρώπων, ειδότων ν’ αναγιγνώσκωσι και ν’ αρθρογραφώσι εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’ αναβιβάσωσιν αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι». Και σε ποιον από μας άραγε δε θυμίζουν οι παραπάνω εκτιμήσεις του προ εκατονταετίας εκλιπόντα συγγραφέα το κλίμα που επικρατούσε μέχρι πολύ πρόσφατα στη χώρα μας, εκείνη την κρίση αξιών που σε σημαντικό βαθμό προλείανε το έδαφος για την οικονομική κρίση που ακολούθησε; Οι πελατειακές σχέσεις, τα ρουσφέτια, οι ισχυροί πολιτικοί και οι δουλοπρεπείς οπαδοί τους που συνήθιζαν να συλλέγουν εναγωνίως τις ψήφους εκείνες που θα εξασφάλιζαν στους πρώτους την πολυπόθητη εξουσία και στους δεύτερους τις ονειρεμένες, ως επί τω πλείστω άνευ ουσίας, αργόμισθες δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις, αποτελούσαν μια κοινώς αποδεκτή και, για τους έχοντες ακόμα κάποια ίχνη συνείδησης και αξιοπρέπειας, μια άκρως αποκρουστική πραγματικότητα.
     Το «Παράπονο ενός νεκροθάπτου», παρά την υπερβολικά τραγική του υπόθεση δεν προκαλεί ακατάσχετη δακρύρροια στον αναγνώστη, χάρη στο παιγνιώδες ύφος του συγγραφέα, που, αν και γράφει σε α΄ πρόσωπο, εντούτοις θέτει στο ρόλο του αφηγητή όχι τον ίδιο τον Ζώμα, αλλά έναν παλιό του γνώριμο, που τον συναντά τυχαία στο νεκροταφείο. Με αυτό τον ευρηματικό τρόπο επιτυγχάνεται μια σημαντική αποστασιοποίηση από τον αξιολύπητο πρωταγωνιστή της ιστορίας, τον οποίο ο συγγραφέας έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει με κριτική και, συχνά, ελαφρώς σκωπτική διάθεση. «Ανάθεμα εις την πολιτικήν!», ψιθυρίζει ο ταλαίπωρος νεκροθάφτης, για να λάβει την εξής απάντηση από τον συνομιλητή του, που προφανώς αποτελεί alter ego του Ροΐδη: «Πταίεις όμως και συ που ανακατεύθης εις αυτήν. Και συ και όσοι άλλοι μαζεύετε ψήφους και πιστεύετε εις όσα σας λέγουν». «Όσον ευκολώτερα πιστεύομεν και ταχύτερα λησμονούμεν, τόσο μεγαλυτέρα είναι η ασυνειδησία εκείνων που μας απατούν», του αντιτείνει μεταξύ άλλων ο νεκροθάφτης προσπαθώντας να δικαιολογηθεί. Η τραγωδία του Ζώμα υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι τίποτε δε διδάχτηκε από τα παθήματά του, ότι δεν αναλογίστηκε καν πόσο μεγάλη απερισκεψία ήταν από μέρους του να εμπιστευτεί ό,τι είχε και δεν είχε στα χέρια ενός ανθρώπου συμφεροντολόγου και αναξιόπιστου, τον οποίο ελάχιστα γνώριζε.
     Η παράσταση που στήνει ο Αντρέας Κουτσουρέλης με ισχυρό του θεμέλιο το ευφυέστατο, δηκτικό αυτό διήγημα του Ροΐδη είναι μια παράσταση σεμνή, που, καταρχάς, αναγνωρίζει την αυτοδυναμία του κειμένου και τίθεται στην υπηρεσία του με τον πλέον διακριτικό τρόπο, χωρίς να προσπαθεί ούτε να το υπερτονίσει, ούτε να το επισκιάσει. Άλλωστε, τα λογοτεχνικά κείμενα, ήδη ολοκληρωμένα έργα τέχνης, προορισμένα για ανάγνωση και ως εκ τούτου πολύ πιο περιγραφικά από τα θεατρικά, αποδίδουν πλήρεις εικόνες που δε χρήζουν σκηνοθετικής συμβολής ώστε να γίνουν πιότερο αντιληπτές στο κοινό. Γι’ αυτό τον λόγο, ένα όσο το δυνατόν «απαλότερο» άγγιγμα του σκηνοθέτη πάνω σε τέτοια κείμενα αποτελεί την πλέον ενδεδειγμένη επιλογή, καθότι η δημιουργία μιας αμιγώς θεατρικής παράστασης θα απαιτούσε φυσικά τη δραματουργική επεξεργασία του πεζού αυτού κειμένου, η οποία θα κινδύνευε όμως να του αφαιρέσει μέρος της γοητείας του.
     Όχι τόσο «θεατρική παράσταση», λοιπόν, όσο δραματοποιημένη αφήγηση μιας ιστορίας από τέσσερις ηθοποιούς (Δημήτρης Αντωνιάδης, Στάθης Βούτος, Αντρέας Κουτσουρέλης, Παναγιώτης Μαρίνος) καθισμένους σε τέσσερις καρέκλες, μέσα σε μια άδεια σκοτεινή σκηνή που φωτίζεται ενίοτε, διαδοχικά ή και ταυτόχρονα, από τέσσερα φώτα τοποθετημένα πάνω από τα κεφάλια των ηθοποιών που τα αναβοσβήνουν οι ίδιοι ανάλογα με το ποιος από αυτούς λαμβάνει κάθε φορά το λόγο. Τις υποβλητικές φωνές τους συνοδεύει ενίοτε η απαλή μουσική που ακούγεται από ένα παλιό πικ-απ στο κέντρο της σκηνής. Το σκοτάδι που κυριαρχεί και η θεαματική λιτότητα του χώρου αλλά και των εκφραστικών μέσων των ηθοποιών, που χρωματίζουν τις φωνές τους με τις πιο ήπιες φωνητικές τους αποχρώσεις χωρίς να καταφεύγουν επ’ ουδενί σε κραυγές και περιττές εξάρσεις, όλα αυτά δημιουργούν μια ατμόσφαιρα κατανυκτική, παρόμοια με αυτή του εκκλησιάσματος, των παραμυθιών που ψιθυρίζει μια παραδοσιακή γιαγιά δίπλα στο τζάκι ή τις ιστορίες που λένε οι στρατοκόποι γύρω από μια αναμένη φωτιά μέσα στο δάσος... Η  συσκοτισμένη σκηνή ανάγεται τελικά σε μαύρο καμβά, που η φαντασία του θεατή καλείται υπνωτισμένη να κοσμήσει με τις δικές της νοερές αντανακλάσεις.
     Ένα θέαμα-αποθέωση της λιτότητας, που ευφραίνει, ενεργοποιεί και οξυγονώνει τη σκέψη, στοχεύοντας κατά κύριο λόγο στην αφύπνιση της λογικής παρά στην επίκληση του συναισθήματος. Αντάμα με τον αφηγητή-Ροΐδη, παρατηρούμε συλλογισμένοι και μετριοπαθείς τις πονεμένες εκμυστηρεύσεις του άτυχου αλλά και αφελούς νεκροθάφτη, δίχως να παρασυρόμαστε στη δίνη της συμπόνοιας μας γι’ αυτόν και δίχως να ταυτιζόμαστε – τουλάχιστον απόλυτα – μαζί του. Το κλείσιμο του έργου, με τη χαριτωμένη παιδική φωνούλα που ακούγεται από το πικ-απ, σηματοδοτεί ίσως την ελπιδοφόρα πιθανότητα μιας νέας αρχής, μιας νέας, υπεύθυνης στάσης μας απέναντι στη ζωή, όπου θα κληθούμε να πιστέψουμε ότι, παρά τις όποιες αντιξοότητες και όσο κι αν προσπαθούν να μας το αποκρύψουν, εμείς οι ίδιοι κρατάμε στα χέρια μας τα ηνία της μοίρας μας κι εμείς την καθοδηγούμε από το σκοτάδι στο φως... Εμείς και κανένας άλλος.


Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ:

Συγγραφέας: Εμμανουήλ Ροΐδης
Σκηνοθεσία - Φωτισμοί: Αντρέας Κουτσουρέλης

Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: 
Δημήτρης Αντωνιάδης,
Στάθης Βούτος,
Αντρέας Κουτσουρέλης,
Παναγιώτης Μαρίνος
Συμμετέχει με την ελπίδα και τη φωνή της η μικρή μας φίλη Μαριλένα Παπαδημητρίου

Παραγωγή: Art Syndicate

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 9.15 μ.μ.
από τις 14 Μαρτίου 2012

Εισιτήρια: Κανονικό-15 ευρώ
Φοιτητικό, Μαθητικό, ΑΜΕΑ ,Άνεργοι -10 ευρώ

Θέατρο Booze Cooperativa
Κολοκοτρώνη 57
Μοναστηράκι
Τηλ.: 210-3240944


Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Παθιασμένος έρωτας χωρίς άγγιγμα... για κείνους... και για μας!


«Bent», του Μάρτιν Σέρμαν
στον Πολυχώρο Πολιτισμού Vault
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς

Οι ηθοποιοί: Δημήτρης Καρατζιάς (Μαξ), Στέφανος Κακαβούλης (Χορστ), Πάνος Ροκίδης (Θείος Φρέντυ, Αξιωματικός), Θοδωρής Πανάς (Γκρέτα), Ιούλιος Τζιάτας (Βολφ, Αξιωματικός), Νικόλας Σουλογιάννης (Στρατιώτης, Βίκτωρ, Δεκανέας) και Πάνος Μπρατάκος (Ρούντυ)
     «Τα καταφέραμε! Δε μπορούν να μας σκοτώσουν! Κάναμε έρωτα! Είμαστε ζωντανοί! Είμαστε άνθρωποι!».
     Όχι, δεν είναι τα λόγια κάποιου που πριν λίγο γεύτηκε την ερωτική ευτυχία αγκαλιασμένος με το έτερόν του ήμισυ πάνω σ’ ένα μεγάλο, άνετο κρεβάτι με καθαρά σεντόνια... Είναι τα λόγια ενός σκονισμένου, κατάκοπου αιχμαλώτου του Νταχάου, που στέκει ημίγυμνος σε στάση προσοχής κατά τη διάρκεια της τρίλεπτης υποχρεωτικής «ξεκούρασης» από τη σκληρή και ανούσια εργασία του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο εραστής του παρίσταται δίπλα του σε όμοια στάση κάτω από τον καυτό ήλιο, υπό τη μακρινή εποπτεία ενός Ναζί φρουρού που έχει την εντύπωση πως «βλέπει τα πάντα». Οι δυο άντρες είναι κάθιδροι... όχι όμως λόγω της αφόρητης ζέστης, ούτε της τρομερής κούρασης... αλλά εξαιτίας της υπέρμετρης ηδονής που βίωσαν προ ολίγου μαζί. Γιατί, όσο απίστευτο κι αν φαντάζει, πριν από λίγο οι δυο τους κατάφεραν να κάνουν έρωτα... Χωρίς να αγγιχτούν. Χωρίς καν να κοιτάζονται...
    Μια ιστορία αγάπης δυο ανθρώπων του ίδιου φύλου που λαμβάνει χώρα την εποχή του Ολοκαυτώματος στο Νταχάου είναι ο βασικός άξονας του πολυθεματικού θεατρικού έργου του Μάρτιν Σέρμαν «Bent» (1979), το οποίο ανέβηκε στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου, έπειτα στο Μπρόντγουεϊ και στη συνέχεια παίχτηκε σε πάνω από πενήντα χώρες γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία. Ετυμολογικά, «bent» είναι ένα υποτιμητικό συνώνυμο της λέξης «ομοφυλόφιλος», που χρησιμοποιούνταν ευρέως παλιότερα σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες. Ταυτόχρονα, όμως, στην αγγλική «bent» λέγεται και ο «αποφασισμένος να φτάσει στα άκρα». Παρακολουθώντας την υπόθεση του έργου, δε μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε πόσο πολύ του ταιριάζει αυτός ο δίσημος τίτλος.
    Πρωταγωνιστής του «Bent» είναι ο Μαξ, ένας σεξουαλικά απελευθερωμένος ομοφυλόφιλος άντρας που διάγει έκλυτο βίο στο Βερολίνο του 1930, παραδομένος σε κάθε λογής πάθος: ποτό, κοκαΐνη, σεξ. Ο Μαξ συζεί με τον Ρούντυ, έναν νεαρό χορευτή, αυτό όμως δεν τον αποτρέπει από το να κάνει κάθε τόσο one night stands στο διαμέρισμά του με διάφορους άντρες που γνωρίζει στο γκέι κλαμπ που δουλεύει ο φίλος του. Η ασύδοτη, ξένοιαστη ζωή του ήρωα θα λάβει τέλος τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών (1934), όταν ο Χίτλερ θα αποφασίσει να πατάξει την ομοφυλοφιλία στη Γερμανία διατάζοντας τη δολοφονία πάνω από διακοσίων στελεχών των Ες Ες, καθώς και των συντρόφων τους. Ο Ρούντυ και ο Μαξ, που για κακή του τύχη πέρασε το προηγούμενο βράδυ με έναν νεαρό αξιωματικό, θα γίνουν στόχος της Γκεστάπο, θα κυνηγηθούν και εν τέλει θα συλληφθούν. Ο Ρούντυ θα πεθάνει στο τρένο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους στο Νταχάου. Ο Μαξ θα κάνει το παν για να πείσει τους Ναζί ότι δεν είναι ομοφυλόφιλος αλλά Εβραίος, προκειμένου να έχει περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει. Στο Νταχάου θα έρθει κοντά με έναν άλλο ομοφυλόφιλο κρατούμενο, τον Χορστ. Οι δυο τους θα συνάψουν μια δυνατή πλατωνική σχέση που θα συνδαυλίσει τη λαχτάρα τους για ζωή και θα απαλύνει τα φοβερά δεινά τους στο στρατόπεδο...
    Το έργο έγινε αιτία την εποχή που γράφτηκε να αναδειχτούν ιστορικά ζητήματα που ως τότε καλύπτονταν από μαύρο σκότος. Όλοι γνώριζαν σαφώς για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς, ελάχιστοι όμως ήξεραν ότι και οι φανερά ομοφυλόφιλοι είχαν τότε την ίδια και χειρότερη μοίρα, κι ας ήταν βέροι εκπρόσωποι της «Άριας Φυλής». Ο Μάρτιν Σέρμαν, ομοφυλόφιλος και Εβραίος ο ίδιος, χρησιμοποιεί ως ζοφερό φόντο στο δράμα του τη στυγνή φρικαλεότητα μιας παρανοϊκής εξουσίας καθοδηγούμενης από δύο τυφλά, εξίσου πανάσχημα θηρία, το Ρατσισμό και το Σεξισμό. Το σκοτάδι όμως του πόνου, του ηθικού ξεπεσμού και της απόγνωσης υπερνικείται από το άπλετο φως της αγάπης και της αλήθειας. Το «Bent» μαγεύει γιατί, όσο κι αν φαίνεται εκ πρώτης να εστιάζει σε ένα συγκεκριμένο, ιδιαιτέρως «μαύρο» θέμα, στην πραγματικότητα το υπερβαίνει, αποκαλύπτοντας την ουσία της ίδιας της ζωής και υπερυψώνοντας το βαθύτερο νόημά της. «Έρωτας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης! Με τόση πείνα, τόσο φόβο, τόση κούραση... Αδύνατον!», μπορεί να σκεφτεί κανείς. Κι όμως! Η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή αναδεικνύεται πιο σημαντική για την επιβίωση από την τροφή. Όπως γράφει και ο Ντοστογιέφσκι: «Το μυστικό της ανθρώπινης ύπαρξης είναι τούτο: Δε θέλει μονάχα να ζει, αλλά να ξέρει γιατί ζει». Και ποιο κίνητρο για να συνεχίζει να ζει κανείς είναι ισχυρότερο από την αγάπη; Αυτό μας αποδεικνύει ο Μαξ∙ και γι’ αυτό το πικρό τέλος του έργου μας προσφέρει μια παράξενη λύτρωση, μια αίσθηση δικαίωσης. Διότι ο αρχικός, τυφλός πόθος του ήρωα για επιβίωση με κάθε κόστος αντικαθίσταται με τη βαθύτερη επιθυμία μιας ζωής με γνήσια αισθήματα και αξίες, μιας ζωής που αξίζει.
   Τις πρόβες του «Bent» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά στον Πολυχώρο Πολιτισμού Vault παρακολούθησε και ο ίδιος ο Μάρτιν Σέρμαν, ο οποίος σε συνέντευξή του ανέφερε ότι εντυπωσιάστηκε από αυτές και εξέφρασε την πεποίθησή του για την επιτυχία των παραστάσεων που θα ακολουθούσαν. Οι προβλέψεις του Σέρμαν επαληθεύτηκαν. Ο Δημήτρης Καρατζιάς με την επάξια συνεισφορά όλων ανεξαιρέτως των συντελεστών δημιούργησε μια εξαιρετικά δυνατή και δεμένη παράσταση, που από την πρώτη στιγμή σε «αρπάζει» στα στιβαρά της μπράτσα και σε αιχμαλωτίζει στην αγκαλιά της.
     Η παράσταση, σαν ταξίδι σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε «ρουφά» από την πρώτη στιγμή μέσα στο ιδιαίτερο, γεμάτο εναλλαγές κλίμα της μ’ ένα έξυπνο τρικ που συντελείται στο φουαγιέ, καθιστώντας για λίγο και τους θεατές «συνένοχους» στο θέαμα. Το αποφασιστικό άγγιγμα του σκηνοθέτη μουντζουρώνει τα όρια μεταξύ πλατείας και σκηνής, πραγματικότητας και φαντασίας, ενώ οι ηθοποιοί υπό την καθοδήγησή του πλάθουν πολυδιάστατους χαρακτήρες προσεγμένους ως και την παραμικρή λεπτομέρεια. Τα πάντα συναινούν στην ενότητα και την αληθοφάνεια του θεάματος: τα απέριττα, υπαινυκτικά σκηνικά (Δέσποινα Χαραλάμπους) μεταμορφώνονται σε ολοκληρωμένα τοπία με τη συμβολή των εύστοχων φωτισμών (Οδυσσέας Παυλόπουλος), της σαγηνευτικής μουσικής (Μάνος Αντωνιάδης) και των εκφραστικών κινήσεων των ηθοποιών, που παίζουν ως και με την τελευταία ίνα του σώματός τους αντιδρώντας στον πόνο, στον καύσωνα, στο κρύο... στο πάθος... Όπως οι καιρικές συνθήκες και τα μέρη που φαίνεται να λαμβάνει χώρα η σκηνική δράση, έτσι και τα αισθήματα και οι σχέσεις των ηρώων: βρίσκονται σε μια διαρκή «ροή», σε μια διαρκή μετάλλαξη ώσπου να φτάσουν στην τελική εκδοχή τους.
     Ο Δημήτρης Καρατζιάς (Μαξ) δεν παραλείπει καμιά από τις πλήθος αποχρώσεις που κοσμούν το πορτρέτο του ήρωα που υποδύεται. Στην ψυχή του Μαξ, όπως αυτή μας δίνεται από τη γεμάτη πάθος και ειλικρίνεια ερμήνεια του Δημήτρη Καρατζιά, ο εγωισμός και η ανιδιοτέλεια, η ωμότητα και η τρυφεράδα, οι δαίμονες και οι άγγελοι δίνουν μάχη για επικράτηση. Ο Μαξ αποτελεί γνήσιο δείγμα του δισυπόστατου της ανθρώπινης φύσης, ένα ζωντανό «δοχείο» όπου το ζωώδες ένστικτο της αυτοσυντήρησης προκαλεί οξυδώσεις στην ψυχική ευαισθησία και στις ανώτερες ηθικές αξίες... και το αντίστροφο. Οι ψυχικοί μας κλυδωνισμοί κατά τη διάρκεια αυτής της ρωμαλέας παράστασης εναρμονίζονται πλήρως με αυτούς του Μαξ, που προκαλεί την αμέριστη συμπάθειά μας όχι παρά τις αδυναμίες του, αλλά μάλλον εξαιτίας αυτών.
    Ο Στέφανος Κακαβούλης (Χορστ), με μια ερμηνεία πολύ πιο ηπίων τόνων εκπέμπει μια ήρεμη γλυκύτητα ως αντίστιξη στη φαινομενική σκληρότητα του γεμάτου άμυνες και νευρικότητα αγαπημένου του. Μαζί με τον Δημήτρη Καρατζιά φτιάχνουν το τέλειο ζευγάρι επί σκηνής, καθότι, παντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους από κάθε άποψη, καταλήγουν να έχουν μια χημεία εκρηκτική, μιας και ο ένας συμπληρώνει τον άλλον.
     Ειδική μνεία αξίζει και ο Πάνος Μπρατάκος (Ρούντυ) για τον αφελή, μολαταύτα ιδιαίτερα στοργικό και ευαίσθητο ανθρωπάκο που σκιαγραφεί, με στοιχεία αγαθής νοικοκυρούλας και πιστού σκυλιού. Ένα σύνηθες πλάσμα-υπηρέτης που προσφέρει την αγάπη του και την ανιδιοτελή φροντίδα του στον αγαπημένο-αφέντη του με άτυπο αντάλλαγμα την προστασία και την ασφάλεια που θα του παράσχει ο τελευταίος. Καθηλωτικός, από τους ηθοποιούς που παίζουν και με το τελευταίο τους κύτταρο, είναι και ο Πάνος Ροκίδης στο διπλό ρόλο του κρυφά ομοφυλόφιλου θείου του Μαξ και του ναζί αξιωματικού. Ομοίως και ο νεαρός Νικόλας Σουλογιάννης, που υπηρετεί τους πιο επιμέρους ρόλους του έργου με ψυχή και με μοναδικό ταλέντο που κραυγάζει την ύπαρξή του. Γοητευτική και ιδιαίτερα απολαυστική ως τραγουδίστρια η Γκρέτα του Θοδωρή Πανά. Τέλος, ο Ιούλιος Τζιάτας αφενός προκαλεί αβίαστο γέλιο ως κοκορόμυαλος Βολφ και αφετέρου τρομοκρατεί ως ναζί, υπηρετώντας τον καθένα από τους ρόλους του με άκρα εντιμότητα.
     «Νιώθω ευτυχής που το ‘Bent’ θα παιχτεί στην Αθήνα εν καιρώ κρίσης», ήταν μια ακόμα δήλωση του Μάρτιν Σέρμαν σχετική με την παράσταση. Διότι, ναι, μεταξύ των σύγχρονων Ελλήνων και των πρωταγωνιστών του συγκεκριμένου έργου υπάρχουν δυστυχώς τρανταχτές ομοιότητες: όσο οδυνηρό κι αν είναι να το σκεφτεί κανείς, είμαστε κι εμείς κατά μια έννοια «αιχμάλωτοι», εγκλωβισμένοι δίχως να φταίμε σε ένα μέρος όπου τα βιοτικά αγαθά γίνονται όλο και πιο πενιχρά. Ο Μάρτιν Σέρμαν μοιάζει να προτείνει: «Ε, λοιπόν... ερωτευτείτε!». Και η παράσταση του Δημήτρη Καρατζιά είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να μας θυμίσει τον τρόπο... Διότι, παρακολουθώντας την, δε μπορούμε παρά να βιώσουμε μια λυτρωτική συγκίνηση αντίστοιχη μιας ονειρεμένης ερωτικής επαφής. Περίπου σαν τους ήρωές της...

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ:

Συγγραφέας:  Martin Sherman
Μετάφραση: Γιώργος Θεοδοσιάδης
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς
Βοηθός σκηνοθέτη: Πάνος Μπρατάκος
ΒΆ Βοηθός σκηνοθέτη: Νικόλας Σουλογιάννης
Σκηνικά - φωτογραφίες : Δέσποινα Χαραλάμπους
Κοστούμια: Κλιμενώφ Δήμος
Μουσική σύνθεση: Μάνος Αντωνιάδης
Επιμέλεια κίνησης: Θοδωρής Πανάς
Φωτισμοί: Οδυσσέας Παυλόπουλος

Παίζουν οι ηθοποιοί:  Δημήτρης Καρατζιάς (Μαξ)
Στέφανος Κακαβούλης (Χορστ)
Πάνος Μπρατάκος (Ρούντυ)
Θοδωρής Πανάς (Γκρέτα)
Πάνος Ροκίδης (Θείος Φρέντυ, Αξιωματικός)
Ιούλιος Τζιάτας (Βολφ, Αξιωματικός)
Νικόλας Σουλογιάννης (Στρατιώτης, Βίκτωρ, Δεκανέας)

ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ:
Κυρ. 19.15
Βραδ. Παρ., Σαβ. 21.15
Εως 8/4
Τιμές εισιτηρίων:
15 ευρώ, φοιτ. 10 ευρώ
ΘέατροVault
Mελενίκου 26
Βοτανικός
Τηλ. 210-3302348

Το τρέιλερ της παράστασης (φτιαγμένο από τον Στέφανο Κακαβούλη):

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Ανακοίνωση!

Από εδώ και στο εξής οι περισσότερες κριτικές μου θα αναρτώνται στο site tralala.gr, στη στήλη "Πάμε θέατρο".
Η κριτική μου για την παράσταση "Πινακοφρίκη": http://www.tralala.gr/monimes-stiles/theatro/item/30722-theatro-07-03
Η κριτική μου για την παράσταση "Η Γάζα είναι... Μαθήματα επιβίωσης": http://www.tralala.gr/monimes-stiles/theatro/item/31036-theatro-14-03

Ευχαριστώ για την επίσκεψη! :-)

Τατιάνα Θεοδώρου

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Η ψυχή της Ιστορίας


«Η χελώνα του Δαρβίνου», του Χουάν Μαγιόργκα
στο Θέατρο Βαφείο - Λάκης Καραλής
από την ομάδα Drama-Mini
Σκηνοθεσία: Μαρία Ξανθοπουλίδου
Ο Μάνθος Καλαντζής (Γιατρός) και η Φωτεινή Κρόκου (Χάριετ).

     Ιστόρια: μια μάλλον αυστηρή, αγέλαστη επιστήμη με την οποία οι περισσότεροι από μας ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή σε τρυφερή ηλικία. Πολλοί από όσους με διαβάζουν αυτή τη στιγμή ίσως τη θυμούνται απλά ως μια ανιαρή, μάλλον δυσάρεστη διαδικασία να αποστηθίσουν χρονολογίες, όρους συνθηκών, ξερά γεγονότα και αριθμούς δίχως ζουμί, γεύση και άρωμα... Η πύκνωση του νοήματος, ιδανικό γνώρισμα της ποίησης, αποδεικνύεται μάλλον καταστροφική για τη θέλξη της ιστορίας. Διότι η στείρα, δίχως συναίσθημα αφήγηση ιστορικών συμβάντων μπορεί να υπηρετεί μεν την πολυπόθητη αντικειμενικότητα, αφαιρεί όμως από την ιστορία την κυριότερη ουσία της, τη νοστιμάδα της, την ψυχή της.
     Αυτή η άγνωρη «ψυχή» ενός μεγάλου μέρους (σχεδόν διακοσίων ετών) της ευρωπαϊκής ιστορίας πρωταγωνιστεί στο βραβευμένο έργο του ισπανού συγγραφέα Χουάν Μαγιόργκα «Η χελώνα του Δαρβίνου». Είναι η Χάριετ, η χελώνα που ο μεγάλος φυσιοδίφης-γεωλόγος Κάρολος Δαρβίνος έφερε από τα νησιά Γκαλάπαγκος στην Αγγλία το 1836. Η Χάριετ, ωθούμενη από μια νοσηρή περιέργεια για ο,τιδήποτε κοσμοϊστορικό συνέβαινε στην τότε Ευρώπη, ταξίδεψε σε πλήθος ευρωπαϊκές χώρες, έγινε αυτόπτης μάρτυρας διαλέξεων και συμφωνιών μεγάλων ιστορικών προσώπων, έζησε τη φρίκη δύο Παγκοσμίων Πολέμων, των μεταπολεμικών τους περιόδων και του Άουσβιτς. Όλα αυτά τα έντονα, τραγικά βιώματα είχαν ως αποτέλεσμα την εξέλιξη της χελώνας Χάριετ σε... γυναίκα με χελωνίσια χαρακτηριστικά («ραγδαία εξέλιξη υπό την επήρρεια εξαιρετικών συνθηκών», σύμφωνα με γραφόμενα του ίδιου του Δαρβίνου). Η ηρωίδα αποφασίζει να διηγηθεί τη συνταρακτική ζωή της σε έναν φιλόδοξο καθηγητή Ιστορίας, ζητώντας του ως αντάλλαγμα να τη βοηθήσει να επιστρέψει στο νησί της. Σύντομα στην υπόθεση θα εμπλακούν η θεοσεβούμενη (ως τότε) σύζυγος του καθηγητή κι ένας συμφεροντολόγος γιατρός. Απώτερος σκοπός όλων τους: να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους το ανεκτίμητο αυτό ον, τη χελώνα-υπεραιωνόβια γυναίκα Χάριετ...
     Ο Χουάν Μαγιόργκα (1965-), ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους θεατρικούς συγγραφείς (του απονεμήθηκε το Εθνικό Βραβείο Θεάτρου το 2007), στοχεύει, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, «σε ένα θέατρο που πλαταίνει τη ζωή του θεατή, που τον βοηθά να πλουτίσει την εμπειρία του, που προκαλεί την ευαισθησία, τη μνήμη, τη φαντασία του». Και, με την ιδιαίτερα εμπνευσμένη «Χελώνα» του, πετυχαίνει το στόχο του με το παραπάνω. Αναμειγνύοντας με αριστοτεχνικό τρόπο τα πιο μελανά σημεία της ιστορίας με στοιχεία της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου προκαλεί το θεατή να προβληματιστεί σε σχέση με ποικίλα θέματα, μεταξύ άλλων και με τον αντίκτυπο της ιστορίας στην ανθρώπινη «εξέλιξη». Σε κάποιο σημείο του έργου ο καθηγητής ονομάζει την ιστορία «Μεγάλη Δασκάλα» και τις ιστορικές καταστροφές «μαθήματα που μας κάνουν σοφότερους». Η Χάριετ αμφισβητεί τα λεγόμενά του: «Εγώ δεν είδα την Ανθρωπότητα να μαθαίνει τίποτε, ποτέ». Άσχετα όμως με όσα είδε η Χάριετ στο μακρύ παρελθόν της, σημαντικό ρόλο στην αποκρυστάλλωση της άποψής της για το ανθρώπινο γένος παίζουν αυτά που βιώνει τώρα, στον πραγματικό χρόνο του δράματος. Το εξελιγμένο τετράποδο αποδεικνύεται πολύ περισσότερο «άνθρωπος» από τους τρεις συνεταίρους, που, διεκδικώντας ο καθείς τους για το προσωπικό του συμφέρον τη Χάριετ, σταδιακά «αποκτηνώνονται» εντελώς, αποβάλλοντας και την παραμικρή υποψία ψυχικής ευαισθησίας (ή, αλλιώς, «ανθρωπιάς»).
     Η Μαρία Ξανθοπουλίδου αφουγκράστηκε ορθά τις άρρητες επιταγές του ευφάνταστου, χιουμοριστικού και γεμάτου οικουμενικά ερωτήματα αυτού «μαύρου παραμυθιού», η αξία του οποίου αναδείχτηκε ιδανικά με την περίφημη μετάφραση της Μαρίας Χατζηεμμανουήλ. Υπό τις οδηγίες της, η όλο νεανική φρεσκάδα και ζωντάνια ομάδα Drama-Mini απέδωσε πιστά στη σκηνή το έργο με τον πλέον αρμόδιο τρόπο. Στο θέατρο Βαφείο (λίγο άβολος χώρος, όμως η παράσταση σε αποζημιώνει) η αλληγορική ιστορία της Χάριετ στήθηκε με ρεαλιστικό τρόπο και με μια απλότητα που σε κέρδιζε, τόσο στην υποκριτική, όσο και στα κοστούμια και στα σκηνικά (Ιουλία Σταυρίδου). Τα τελευταία, όχι τόσο φανταχτερά αλλά μάλλον πρακτικά, σαφή και χρηστικά, εκπλήρωσαν ιδανικά την αποστολή τους αφήνοντας τον λόγο να αναπνεύσει, να κυριαρχήσει, να συνεπάρει. Οι ευφυέστατες κωμικοτραγικές ατάκες του έργου αναδείχτηκαν μέσα από τις έντιμες ερμηνείες των ηθοποιών και χάρισαν στους θεατές στιγμές αυθόρμητου γέλιου, πίσω από το οποίο όμως ενέδρευαν μεταμφιεσμένοι έντονοι και άκρως σοβαροί προβληματισμοί.
     Στον πρωταγωνιστικό και απαιτητικότερο όλων ρόλο της χελώνας Χάριετ, η Φωτεινή Κρόκου έκλεψε την παράσταση καταφέρνοντας να μας παρουσιάσει επί σκηνής ένα πλάσμα συμπαθητικό, τρυφερό, αλλά κυρίως όχι ακριβώς ανθρώπινο. Ο τρόπος ομιλίας της, οι κινήσεις της, οι αντιδράσεις της, μαρτυρούσαν όντως κάτι το αλλόκοσμο∙ κι εκεί ακριβώς συνίστατο η επιτυχία της ενσάρκωσης ενός τέτοιου ανορθόδοξου ρόλου. Η ερμηνεία της Κρόκου αιωρούνταν επιδέξια ανάμεσα στο αιθέριο και το γήινο, στο συμβολικό και το ρεαλιστικό. Διότι η Χάριετ δεν είναι μόνο μια μείξη χελώνας και ανθρώπου αλλά, σε δεύτερο επίπεδο, ο τέλειος συμφυρμός της ιστορίας και της θεωρίας της εξέλιξης.
     Ο Μάνθος Καλαντζής με δαιμόνια έκφραση και βλέμμα που... γυάλιζε, ανταποκρίθηκε πιστά στις ανάγκες του ρόλου του (κυνικός και ολίγον τι «τρελός» γιατρός). Εξίσου εκφραστική και η Βίκυ Λέκκα ως μια νευρωτική, κουτσομπόλα και καταπιεσμένη νοικοκυρά-σκλάβα, που η δίψα της για πλούτο και επιτυχία ξύπνησε άξαφνα μέσα της τον αγέρωχο δυνάστη που ως τότε βρισκόταν σε λήθαργο. Αρκετά καλός και ο Δημήτρης Τσολάκης στο ρόλο του ψυχρού και πολυάσχολου καθηγητή∙ με κάποιες μικρές στιγμές αδεξιότητας στο παίξιμό του (στην αρχή κυρίως), αλλά και με δυνατά σημεία που φανέρωσαν ένα, ελαφρώς ακατέργαστο ακόμα ίσως, εντούτοις αναμφισβήτητο υποκριτικό τάλαντο.
     Συνοψίζοντας, πρόκειται για μια ευχάριστη, φαινομενικά ήπια και δίχως φοβερές συναισθηματικές εξάρσεις παράσταση, από αυτές που αναζωογονούν το πνεύμα και γονιμοποιούν το νου με τρόπο «μαγικό». Ερωτήματα ευρείας κλίμακας όπως τι ακριβώς είναι ιστορία και γιατί πρέπει να το γνωρίζουμε ριζώνουν στο μυαλό μας, βλασταίνουν κι απλώνουν πολλά-πολλά παρακλάδια. Ο καθηγητής διακόπτει τη Χάριετ όταν τού περιγράφει τα συναισθήματα των νεαρών στρατιωτών στον πόλεμο, σχολιάζοντας ότι αυτά είναι «λογοτεχνία, όχι ιστορία». Η Χάριετ όμως τού αντιτείνει πως «Ιστορία είναι προπάντων αυτά!». Μήπως τελικά φταίει κι ο τρόπος που διδασκόμαστε την ιστορία για το ότι δε μαθαίνουμε από αυτήν; «Η ιστορία δεν αποτελεί απλή αφήγηση τετελεσμένων γεγονότων, αλλά προσπάθεια αναδόμησης και ερμηνείας του παρελθόντος, με στόχο συνήθως την ερμηνεία του παρόντος και την πρόβλεψη του μέλλοντος», γράφει ο μεγάλος ιστορικός Φερνάν Μπροντέλ. Αν τολμήσουμε να ρίξουμε λοιπόν στην ιστορία μας τη διεισδυτική, ευαίσθητη ματιά που της αναλογεί, ίσως κατανοήσουμε καλύτερα το λόγο που αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια ορισμένη κατάσταση, κι ακόμα... ίσως να καταφέρουμε να προβλέψουμε και το μέλλον μας! Κι όποιος μπορεί και προβλέπει το μέλλον, μπορεί να κάνει πολλά...
     Ακόμα και να αποτρέψει μια επερχόμενη καταστροφή...

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Μοναξιά ίσον θάνατος – Αγάπη ίσον Ζωή

«Η θεία κι εγώ», του Μόρις Πάνιτς
στο θέατρο Βασιλάκου
Σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας

    
Η Μπέτυ Βαλάση (Θεία) και ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης (Ανιψιός)

     «Σε όσους έχουν πεθάνει και δεν το έχουν πάρει απόφαση ακόμα» αφιερώνει ο καναδός θεατρικός συγγραφέας Στήβεν Μόρις Πάνιτς τη μαύρη κωμωδία του (ή, μήπως, «φωτεινή τραγωδία» του;) «Η θεία κι εγώ» (2009). Ένα έργο κατά βάση σκοτεινό, που βρίθει από άγριους, πένθιμους αστεϊσμούς με πικρή επίγευση∙ ωστόσο με μερικές λαμπερές αχτίδες τρυφερότητας κι ελπίδας να υποστέλλουν κάπως τη ζοφερή του ατμόσφαιρα...
     Μια ηλικιωμένη, ανήμπορη γυναίκα που «μετράει μέρες» (ρεαλιστικός θάνατος) δέχεται την επίσκεψη του κυνικού ανιψιού της, ο οποίος μοιάζει εντελώς απονεκρωμένος συναισθηματικά (συμβολικός θάνατος). Ο ανιψιός, αν και αναλαμβάνει με ζήλο και προθυμία τη φροντίδα της γριάς θείας του, δεν παύει εντούτοις να τη βασανίζει διαρκώς με καυστικά, μακάβρια καλαμπούρια σχετικά με τον επερχόμενο θάνατό της («Τι λες να ανακατέψω τις στάχτες σου με κοκκινόχωμα και να φυτέψω μια αμαρυλλίδα; Θα σου άρεσε;»). Η θεία παραμένει σιωπηλή σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έργου, αυτό όμως δεν ενοχλεί τον ανιψιό... το αντίθετο μάλλον, αφού μοιάζει να εκμεταλλεύεται τη σιωπή της προκειμένου να εκθέσει όλα τα δικά του εσώψυχα στη φόρα. Έτσι, ο αντιπαθητικός άντρας που αρχικά σοκάρει με την απαράδεκτα ωμή συμπεριφορά του, μέσα από τα λόγια του σιγά-σιγά μεταμορφώνεται στην τραγική φιγούρα ενός παιδιού που δεν αγαπήθηκε από τους γονείς του, σε ένα απελπισμένο αγόρι που μεγάλωσε νιώθοντας πάντα μόνο και ανεπιθύμητο. Ο τρόπος ανατροφής του, όπως σταδιακά συμπεραίνουμε, υπήρξε η αιτία που ο άντρας αυτός απέτυχε στη ζωή του να δημιουργήσει σχέσεις, φιλικές ή ερωτικές, με άλλους ανθρώπους. Όσο για τη θεία... εκείνη έμελλε να τροφοδοτήσει το μοναδικό όνειρο του παραμελημένου παιδιού: έγινε στο μυαλό του ο «άγγελος» που θα αναλάμβανε να τον σώσει από τη μίζερη ζωή που περνούσε. Η τωρινή σκληρότητα του ανιψιού έρχεται λοιπόν ως αντεκδίκηση για τη μη-εκπλήρωση των προσδοκιών του από τη θεία του – μια θεία που τον θυμήθηκε μόνο όταν έφτασε στο σημείο να χρειαστεί η ίδια τη βοήθειά του.
    Όπως ανέφερα και παραπάνω, οι συνεχείς, αν και εν είδει αστεϊσμού, αναφορές στον επικείμενο θάνατο της θείας από τον ανιψιό, που φτάνει στο σημείο να... παρακινεί τη θεία του να αυτοκτονήσει, καθιστούν (σε ένα πρώτο επίπεδο) το κλίμα του έργου μάλλον φρικώδες και εφιαλτικό. Φυσικά, ο πιότερο «νεκρός» της υπόθεσης δεν είναι άλλος από τον ανιψιό, ο οποίος υπήρξε θύμα μιας ανελέητης μοναξιάς ισότιμης με ψυχικό φόνο. Στο συγκεκριμένο έργο, επομένως, η μοναξιά ανάγεται στο ισχυρότερο δηλητήριο: η αίσθηση ότι δεν υπάρχεις για κανέναν ακυρώνει την ύπαρξή σου, σε σκοτώνει. Οι αδιάκοπες, ενοχλητικές παραινέσεις του ανιψιού στη θεία του, που συγκαλύπτουν πίσω από το μακάβριο χιούμορ την ίδια πάντα προτροπή («πέθανε πια επιτέλους!»), μπορούν άνετα να ερμηνευτούν ως εξής: «θα δικαιωθώ όταν πεθάνεις, εφόσον κάποτε συνετέλεσες κι εσύ στο δικό μου ‘θάνατο’».
     Όμως, όπως κι η θεία, έτσι κι ο ανιψιός δεν είναι ακόμα εντελώς «νεκρός». Το γεγονός ότι, αν και με φέρσιμο άθλιο και ενίοτε... επικίνδυνο, φροντίζει τη γριά θεία του, αποτελεί μια σημαντική ένδειξη ότι ακόμα υπάρχει ευαισθησία, ακόμα υπάρχει ένα ίχνος ζωής κάπου μέσα του. Το σκοτάδι της μοναξιάς και του θανάτου έρχονται να διαλύσουν οι αχνές, φωτεινές υποψίες μιας δειλής συμπάθειας μεταξύ των ηρώων (κυρίως από την πλευρά της θείας), η οποία γίνεται όλο και πιο δυνατή όσο περνούν οι μήνες της κοινής ζωής τους. Η ευρηματική δε ανατροπή που συντελείται λίγο πριν το τέλος του έργου εξουδετερώνει εντελώς την επίμονη πικρία του ανιψιού. Μια αληθινά τρυφερή και γλυκιά σχέση γεννιέται τότε μεταξύ αυτών των δυο μοναχικών και πληγωμένων ψυχών, που αρχίζουν να ζουν ο ένας για τον άλλον, ο ένας χάρη στον άλλον.
     Η σκηνοθεσία του έργου «Η θεία κι εγώ» από τον Πέτρο Ζούλια έρχεται να αλαφρώσει σημαντικά τη βαριά, θανατερή ατμόσφαιρα που μας εισάγει αυτό καθαυτό το κείμενο του Πάνιτς. Στη δημιουργία μιας παράστασης που στοχεύει να τονίσει τα φωτεινά σημεία του κειμένου (την ανθρωπιά, την αγάπη και την ελπίδα) και να επισκιάσει τα μελανά (τη μοναξιά, τα ψυχικά τραύματα και το θάνατο) ουσιώδη ρόλο παίζουν: η αξιόλογη απόδοση του Αντώνη Γαλαίου, η οποία κινείται προς αυτή την κατεύθυνση απαλύνοντας τις πιο φοβερές σκηνές (π.χ. η κατασκευή μιας μηχανής που προκαλεί ηλεκτροσόκ από τον ανιψιό γίνεται στο όνειρό του κι όχι στην πραγματικότητα), τα καλαίσθητα σκηνικά, αραιά τοποθετημένα λες για να επιτρέπουν στη θετική ενέργεια να ρέει ελεύθερη στο σκηνικό χώρο (αισθητικά δυνατότερο κομμάτι τους ένα δέντρο στο βάθος που σηματοδοτεί τις αλλαγές των εποχών) και τα ιλαρά κοστούμια της Αναστασίας Αρσένη (ξεκαρδιστική, με έναν ανεπαίσθητο θλιβερό σαρκασμό, η μπλούζα του ήρωα με τη στάμπα «My momma says I’m special»), οι ζωηροί φωτισμοί του Ανδρέα Μπέλλη,  η χαρωπή και αλέγρα, ίσως σε λίγο υπερβολικό βαθμό κάποιες στιγμές, μουσική που επιλέγει ο Παναγιώτης Αυγερινός, και, τέλος, η διανομή του κύριου ρόλου σε έναν ηθοποιό με αναμφισβήτητο και πηγαίο κωμικό τάλαντο, όπως είναι ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης.
     Ο «ανιψιός» του Χρήστου Χατζηπαναγιώτη μοιάζει εξαρχής με κακό, πειραχτικό ξωτικό, ένα πλασματάκι καταγέλαστο που έχει συγκαλύψει με ένα παχύ, άτεγκτο στρώμα σκληρής φαιδρότητας τις χρόνιες και αιωνίως χάσκουσες πληγές της ψυχής του, αφήνοντάς μας να ξεκρίνουμε μόνο μικροσκοπικά σπαράγματα από αυτές. Η τραγικότητα των λεγομένων του ανιψιού δε μαρτυράται σχεδόν καθόλου από την ερμηνεία του ηθοποιού, αλλά περισσότερο από το νόημα των καθαρά αυτοσαρκαστικών περιστατικών που αυτός αφηγείται. Η αλλαγή του χαρακτήρα του προς το τέλος του έργου, η «ανάσταση» της ψυχής του μέσω της αγάπης που επιτέλους νιώθει και εισπράττει για πρώτη φορά στη ζωή του, δίνεται με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο από τον ηθοποιό. Πριν όμως από αυτή την αλλαγή, κάποιοι επιπλέον «χρωματισμοί» στο πορτρέτο του ήρωα από τον Χρήστο Χατζηπαναγιώτη θα του έδιναν ίσως μεγαλύτερη ζωντάνια και αληθοφάνεια. Ακόμα, ο αξιέπαινος αυτός ηθοποιός θα έπρεπε να προσέξει λίγο την ορθοφωνία του, καθότι κάποιες από τις ατάκες του έφταναν δυστυχώς στ’ αυτιά των θεατών «στραπατσαρισμένες» και ως εκ τούτου αρκετά δυσνόητες.
     Η Μπέτυ Βαλάση στο ρόλο της θείας μάς αποδεικνύει ότι είναι μια μεγάλη ηθοποιός με τον πιο σαφή τρόπο: με το να υπάρχει στη σκηνή χωρίς λόγια! Δίχως να λέει λέξη, σκιαγραφεί μια γλυκιά, καλόβολη παρουσία και εκφράζει μέσω της φυσιογνωμίας και της κίνησής της πληθώρα συναισθημάτων. Η βαθιά συμπάθειά της για τον κακότροπο ανιψιό καθίσταται σε μας ευκρινέστατη, ενώ κατασυγκινεί στις τελευταίες σκηνές του έργου, οι οποίες υπογραμμίζουν ό,τι ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται ως κυρίαρχο «μήνυμα» του συγγραφέα: το πόσο έχουμε ο ένας ανάγκη τον άλλον, πόσο έχουμε ανάγκη την αγάπη προκειμένου να ζήσουμε. Συγκλονιστική η σκηνή που η θεία χαϊδεύει δειλά τον ανιψιό κι εκείνος, τελείως άπειρος από εκδηλώσεις τρυφερότητας, τινάζεται πέρα τρομαγμένος... για να καταλάβει λίγο μετά και να ανταποκριθεί («Ναι. Στοργή. Όνειρο!»).
     Μια παράσταση που ξεκινά με γέλιο που γδέρνει, συνεχίζει με λυπηρές αλήθειες που καγχάζουν και ολοκληρώνεται με μια ήρεμη θλίψη που φεγγοβολεί, εγκυμονώντας θριαμβευτικά το μυστικό της ευτυχίας, το βαθύτερο νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. «Σε όσους έχουν πεθάνει και δεν το έχουν πάρει απόφαση ακόμα», λέει ο Πάνιτς∙ «... και καλά κάνουν!», φαίνεται να συμπληρώνει ο Πέτρος Ζούλιας. Όπως το τραχύ χέρι της ετοιμοθάνατης θείας του οδηγεί τον ανιψιό στη λύτρωση, ανάλογη επίδραση υπόσχεται και στους θεατές το σκληρό, έντονο «χάδι» αυτής της ιδιαίτερης παράστασης. Νιώστε το!

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΠΟΤΕ ΠΑΙΖΕΤΑΙ:

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012

Δυνατό θέμα – μέτριο κείμενο - αδύναμη σκηνική αναπαράσταση


«Χόρεψέ με ως το τέλος του κόσμου», του Joe Sauter
στο θέατρο «Ελυζέ» από την ομάδα «Θεατρίνων Θεατές»
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λιβανός

Οι συντελεστές της παράστασης: Γιώργος Λιβανός, Καίτη Ιμπροχώρη, Στάθης Γκάτσης, Σταύρος Καλλιγάς, Χρήστος Λιακόπουλος, Νατάσσα Τσακαρισιάνου και Μιλένα Παρθενίου.

     «Όποιος κατάφερε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευμένος», γράφει σε ένα μυθιστόρημά του ο Μενέλαος Λουντέμης. Και κάτι τέτοιο μάλλον ισχύει απόλυτα... Διότι το συναίσθημα του έρωτα έχει αποδειχτεί τόσο πολύπλοκο, όσο και η ανθρώπινη ψυχή. Κανείς μας δε μπορεί να πει με βεβαιότητα τι ακριβώς ερωτεύεται σε έναν άνθρωπο, αν και μπορούν να γίνουν πολυποίκιλες αναφορές στα στοιχεία εκείνα που προκαλούν εκ πρώτης το ερωτικό μας ενδιαφέρον. Αυτά μπορούν να αφορούν την εμφάνιση (αν είναι κάποιος γεροδεμένος ή αδύνατος, ξανθός ή μελαχρινός), το χαρακτήρα (σοβαρός ή χαρωπός, ώριμος ή με «καρδιά μικρού παιδιού») κ.ο.κ.. Κι όμως, συχνά συμβαίνει να μας εμπνεύσει σφόδρα ερωτικά αισθήματα ένα πρόσωπο που αποκλίνει κατά πολύ από αυτό που έχουμε στο νου μας ως το πρότυπο του «τέλειου» συντρόφου. Ένα πρόσωπο καθόλα διαφορετικό με τις καθιερωμένες προτιμήσεις του καθενός μας... που, στην έσχατη των περιπτώσεων, δεν ανήκει ούτε καν στο φύλο που διατεινόμαστε ότι μας ελκύει...
     Με τούτο το απόλυτα ανεξήγητο φαινόμενο του έρωτα καταπιάνεται ο Joe Sauter  στο θεατρικό του έργο «Χόρεψέ με ως το τέλος του κόσμου». Η υπόθεση έχει ως εξής: Μια μεσόκοπη λεσβία, ιδιοκτήτρια μπαρ στη Νέα Υόρκη, η οποία δεν αντέχει καν την ιδέα να την αγγίξει άντρας, αποφασίζει να γίνει μητέρα με την... πολύτιμη συμβολή ενός γκέι γνωστού της, που αισθάνεται παρόμοια αποστροφή για το έτερο (γυναικείο) φύλο. Για να τον πείσει να συμμετάσχει στο σχέδιό της, του υπόσχεται να του παραχωρήσει το διαμέρισμά της αφότου γεννήσει, ενώ εκείνη και το μωρό της θα επιστρέψουν στη γενέτειρά της. Η προσπάθεια τεκνοποίησης πετυχαίνει, κι έτσι ο άντρας μετακομίζει στο σπίτι της γυναίκας προκειμένου να της παράσχει μια στοιχειώδη φροντίδα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Όμως, ο καιρός που περνούν μαζί προκαλεί ένα παράξενο δέσιμο στους ασυνήθιστους αυτούς μέλλοντες γονείς. Μήπως πρόκειται για έρωτα... έναν εντελώς απρόβλεπτο και ανέλπιστο έρωτα;
     Το έργο δεν αποτελεί επ’ ουδενί κάποιου είδους «ηθικολογία». Ο Joe Sauter δε στοχεύει να αποδείξει μέσω αυτού του δράματος ότι και ο πιο φανατικός ομοφυλόφιλος έχει τη δυνατότητα να επιστρέψει στον «ίσιο δρόμο» και να γίνει υπόδειγμα οικογενειάρχη. Σαφώς και όχι! Όπως ήδη προανέφερα, σκοπός του συγγραφέα είναι να αποδώσει τα εύσημα στο πιο επαναστατικό, το πιο ρηξικέλευθο, το πιο ανεξήγητο συναίσθημα που υπάρχει, στον έρωτα, χρησιμοποιώντας παράλληλα ως φόντο του την αποξένωση και τη μοναξιά των ανθρώπων που ζουν στις μεγαλουπόλεις. Κατά πόσο όμως, και πόσο περίτεχνα, τον πετυχαίνει αυτόν του το σκοπό;
     Το θεατρικό έργο του Sauter σίγουρα απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί «αριστούργημα». Πάσχει∙ τόσο όσον αφορά δομή του (αρκετά φλύαρο, με «παραπανίσιες» και ανούσιες σκηνές), όσο και σε σχέση με τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του, που παραμένουν μάλλον θολές και ατελείς φιγούρες στα μάτια μας, χωρίς ποτέ να φτάνουν απόλυτα το επίπεδο «αληθινών» προσώπων. Να σημειωθεί ακόμα ότι οι δευτερεύοντες ήρωες του έργου (θυρωρός, ανιψιός της, ταχυδρόμος) δεν παίζουν παρά ελάχιστο ρόλο στην εξέλιξη της κεντρικής υπόθεσης, ενώ παράλληλα οι δικές τους περιπέτειες είναι μάλλον υποτονικές και αδιάφορες. Εν ολίγοις, στο «Χόρεψέ με» η τρανταχτή ιστορία (που, όπως λένε, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα), στέκει πολύ πιο ψηλά από τον τρόπο απόδοσής της. Ο Sauter ανακατεύει εκρηκτικά συστατικά, δημιουργώντας όμως ένα μάλλον χλιαρό μείγμα...
     Όμως, αν όχι και το πιο αξιόλογο του σύγχρονου δραματολογίου, το έργο του Sauter έχει μολαταύτα ένα ενδιαφέρον και κάποιες συγκινητικές εικόνες, επομένως με την κατάλληλη σκηνοθεσία (ή ακόμα και κάπως διασκευασμένο) θα μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα για μια ικανοποιητική παράσταση. Δυστυχώς αυτό δε συμβαίνει με την παράσταση του θιάσου «Θεατρίνων Θεατές».
    Στη συγκεκριμένη απόπειρα παράστασης του «Χόρεψέ με» απουσιάζει κάτι πολύ σημαντικό: η σκηνοθεσία (αν και αναφέρεται ως σκηνοθέτης ο κύριος Γιώργος Λιβανός). Σκηνοθετικά ρεύματα υπήρξαν δεκάδες στο παρελθόν, όπως και άκρως αντικρουόμενες απόψεις μεγάλων θεατρανθρώπων για τον τρόπο σκηνοθεσίας (ο Στανισλάφσκι εξήρε το βιωματικό θέατρο, ο Μπρεχτ, αντίθετα, αυτό της «αποστασιοποίησης»). Όμως, όλα τα σκηνοθετικά ρεύματα συνέκλιναν σε ένα σημείο πολύ βασικό: ότι στη σκηνή θα έπρεπε οπωσδήποτε να λαμβάνει χώρα κάτι άξιο της προσοχής των θεατών.
     Πάνω στη σκηνή του θεάτρου «Ελυζέ» δε μπορώ να πω ότι με συνεπήρε μια ιστορία, ένα συμβάν, ένα κάτι αξιοπρόσεκτο που να εκτυλίχτηκε μπροστά στα μάτια μου. Δεν είδα ηθοποιούς να ερμηνεύουν ρόλους, αλλά ανθρώπους να βγαίνουν στη σκηνή, να στέκονται όπου ήθελε ο καθένας τους (συχνά όχι και στα πιο περίοπτα σημεία της) και να εξακοντίζουν τα λόγια τους με τρομερή ταχύτητα, άθικτα από έστω κι ένα τυχαίο άγγιγμα της ψυχής τους∙ κάποιοι μάλιστα με επιτηδευμένα τσιριχτή ή «μπουκωμένη» φωνή κι άλλοι με διόλου καθαρή άρθρωση. Δεν είδα σχέσεις, δεν είδα αλληλεπίδραση, δεν είδα κάποια κρυμμένη σκηνοθετική ιδέα, αυτό που είδα μονάχα ως κακή αναπαράσταση του κειμένου μπορεί να οριστεί. Το ασυνάρτητο θέαμα (που μου θύμισε προχειροφτιαγμένη «σαπουνόπερα» επί σκηνής) έχασε την προσοχή μου από τα πρώτα λεπτά∙ αυτό που με έκανε να παραμείνω ως το τέλος ήταν η κάπως ενδιαφέρουσα υπόθεση του έργου.
     Ευνόητο είναι λοιπόν πως στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει νόημα να μιλήσω ειδικότερα για την ερμηνεία του καθενός ηθοποιού ξεχωριστά, μιας και απουσίαζε η μαγική σκηνοθετική γραμμή και, ως επακόλουθο, η ορθή εξάσκηση που θα κατάφερνε να μετατρέψει όλους τους ηθοποιούς-συντελεστές σε άξιους «συνεργάτες» για την επίτευξη μιας δεμένης και άρτιας παράστασης.
     Αξιοπρεπή, αλλά τίποτε περισσότερο, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Δέσποινας Βολίδη – μάλλον αστεία επιλογή δε η... ρίψη αφρού στη σκηνή του χορού (φινάλε). Συγκεχυμένοι οι φωτισμοί του Σοκόλ Τομτσίνι, συνέβαλλαν όχι στη δημιουργία μιας κάποιας ατμοσφαιρικότητας, αλλά μάλλον στην περαιτέρω διάσπαση της προσοχής των θεατών. Τέλος, η καλή για το είδος της τζαζ μουσική του Johannes Mueller είχε πολύ παραπάνω έντονη παρουσία στην παράσταση από την ενδεδειγμένη μιας μουσικής υπόκρουσης – φαινόταν σα να διεκδικούσε η ίδια τον πρωταγωνιστικό ρόλο...
     Εν κατακλείδι, αν και το τρανταχτό θέμα του έργου εξιτάρει αρχικά το ενδιαφέρον των επίδοξων θεατών, η σκηνική του αναπαράσταση μάλλον απογοητεύει. Αν ο συγγραφέας δεν κατορθώνει να ανυψώσει μέσω του δράματός του το βαρυσήμαντο και αέναα φλέγον ζήτημα που τον απασχολεί, ο σκηνοθέτης και η ομάδα του δεν πετυχαίνουν δυστυχώς τίποτε άλλο από το να το καταβαραθρώσουν εντελώς...
    
Πληροφορίες για την παράσταση:

Το περσινό trailer της παράστασης (*η παράσταση παίχτηκε πέρισυ στο θέατρο Studio Κυψέλης).

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Μελέτη της ζωής... απεξαρχής!



«Το ημερολόγιο του Αδάμ και της Εύας», του Μαρκ Τουέιν
στο φουαγιέ του θεάτρου Επί Κολωνώ
Διασκευή-Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Η Άννα Κουτσαφτίκη (Εύα), ο Βασίλης Ανδρέου (Όφις) και ο Δημήτρης Μυλωνάς (Αδάμ).

     Όχι, σαφώς και δεν είχαν εφευρεθεί τα ημερολόγια την εποχή που το πρώτο ζευγάρι ανθρώπων έκανε την εμφάνισή του στον κόσμο! Το χιουμοριστικό μυθιστόρημα του Μαρκ Τουέιν, που βασίζεται στη βιβλική ιστορία των πρωτόπλαστων, αποτελεί μια «αλληγορία πάνω στην αλληγορία». Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον Αδάμ και την Εύα ως ένα βασικό «πρότυπο» ανθρώπινου ζεύγους προκειμένου να παρουσιάσει τα χαρακτηριστικά του καθενός φύλου, να διευρενήσει, μέσω των κωμικοτραγικών καταστάσεων που τους τοποθετεί, τη μεταξύ τους σχέση, και, τέλος, να μελετήσει τα σημαντικότερα στάδια της ανθρώπινης ζωής: τον έρωτα, τη γέννηση και το θάνατο.
     Η ιστορία του Τουέιν ξεκινά ως εξής: Η γαλήνη του μοναχικού, φιλήσυχου και – σε βαθμό ανίας – πραγματιστή Αδάμ διαταράσσεται από την έλευση της τρομερά ομιλητικής, ρομαντικής, ονειροπόλας και άκρως ενοχλητικής για τον ίδιο Εύας, που, συνεπαρμένη από τον ολοκαίνουριο, «φρεσκοπλασμένο» κόσμο, γράφει ασταμάτητα στο ημερολόγιό της τις εντυπώσεις της και δίνει συνεχώς ευφάνταστα ονόματα στις τοποθεσίες και στα έμβια όντα του Παραδείσου. Ο Αδάμ αρχικά επιλέγει να απομακρυνθεί από τη φλύαρη και αεικίνητη ταραχοποιό της ησυχίας του, (η οποία, αντίθετα, αποζητά διακαώς τη συντροφιά του) συνειδητοποιεί όμως στη συνέχεια ότι δεν αντέχει μακριά της. Οι διαφορές που τους χωρίζουν αποδεικνύονται παράλληλα και οι ελκτικές δυνάμεις που τους ενώνουν. Διότι, ο καθένας τους βρίσκει στο άλλο του μισό αυτό ακριβώς που λείπει στον ίδιο.
     Ακολουθούν η εξαπάτηση από το φίδι, κι έπειτα η πτώση από τη χαριτωμένη ανεμελιά του αγαπημένου κήπου στη σκληρή καθημερινότητα της αστικής ζωής. Ο Τουέιν θα λέγαμε ότι παραλληλίζει την ιστορία των πρωτόπλαστων με κείνην μιας τυπικής ερωτικής σχέσης, που ξεκινά με «παραδεισένιο» τρόπο, δίχως έγνοιες και σκοτούρες, για να εξελιχτεί σε έναν αγώνα επιβίωσης, που απαιτεί θυσίες, κόπους και συμβιβασμούς και από τους δύο συντρόφους. Η αθωότητα των ηρώων, που, ως οι «πρώτοι» άνθρωποι, βιώνουν τη ζωή ως κάτι το καινοφανές, ένα «άγνωστο» που καλούνται να το εξερευνήσουν μόνοι τους και δίχως κανέναν καθοδηγητή (δεν υπάρχουν γι’ αυτούς γονείς ή δάσκαλοι για να συμβουλευτούν), αποτελεί το τέλειο «άλλοθι» για τον Τουέιν ώστε να ανιχνεύσει τα, ευχάριστα ή δυσάρεστα, ανθρώπινα βιώματα «από την αρχή», δίχως τις παραπλανητικές προσμίξεις που έχουν υποστεί από τις ήδη πεπαλαιωμένες αντιλήψεις και την παράδοση. Η γέννηση προβάλλεται λοιπόν ολοκάθαρα ως ένα εκπληκτικό μυστήριο, η τεκνοποίηση και η ανατροφή των παιδιών ως πρωτόγνωρες, εντυπωσιακές διαδικασίες όπου οι γονείς διδάσκουν και παράλληλα διδάσκονται, ο θάνατος ως ένα αναγκαίο, ανεξήγητο κακό που φέρνει αναπόφευκτα πόνο και σπαραγμό. Ο Αδάμ και η Εύα δεν παύουν να «ροκανίζουν»  καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου του Τουέιν τον γλυκόπικρο «καρπό της γνώσης», που μπορεί να τους στέρησε τον γαλήνιο, δίχως προβλήματα μα και δίχως εναλλαγές, Παράδεισο, αλλά τους χάρισε μια πλήρη, ενδιαφέρουσα και συναρπαστική σαν περιπέτεια κοινή ζωή.
     Η Λίλλυ Μελεμέ στην πολύ καλή και προσεγμένη διασκευή της επέλεξε να συνδέσει κάποιες από τις πιο βασικές σκηνές της ιστορίας του Τουέιν (όπου προβάλλονται οι παραπάνω ανθρώπινες εμπειρίες) σε ένα μουσικοχορευτικό «παραμύθι» επί σκηνής, μια τρυφερή ιστορία αγάπης με πολλά ευτράπελα. Τρεις είναι οι πρωταγωνιστές της ευχάριστης, ανάλαφρης, και, σε κάποια σημεία, ιδιαιτέρως συγκινητικής αυτής παράστασης: το ζεύγος των πρωτόπλαστων, που εμφανίζονται σα δυο άκακα πλασματάκια όλο αφέλεια και αγνή παιδικότητα, και ο «τρισκατάρατος» Όφις, του οποίου ο ρόλος δε λαβαίνει τέλος μετά το προπατορικό αμάρτημα, όπως στη βιβλική ιστορία. Ο Όφις, παρών και στη Μετά Παραδείσου ζωή του Αδάμ και της Εύας, δεν παύει να τους παρακολουθεί, με τη βασική αμφίεση ενός κομπέρ-ταχυδακτυλουργού, αλλά και μέσα από διαρκείς μεταμορφώσεις σε δεκάδες πρόσωπα (από γέρο-ζητιάνο σε... γοητευτική χορεύτρια, από τραγουδιστή σε ταξιτζή), να κινεί τα νήματα της δράσης και να παίζει συνεχώς στα δάκτυλα το ζευγάρι, απλά κεντρίζοντας τις έμφυτες αδυναμίες του. Είναι σημαντικό να προσέξει κανείς ότι στις σκηνές πριν την Πτώση ο ίδιος ο Όφις μοιάζει να ενσαρκώνει ταυτόχρονα και το ρόλο του Θεού-Δημιουργού (έστω κι αν το κάνει περιπαιχτικά ή, έστω, απλώς αναπαραστατικά). Η δημιουργία, λοιπόν, των πρωτόπλαστων (και γενικά του ανθρώπινου γένους) μπορεί να ιδωθεί μέσα από τη συγκεκριμένη παράσταση σαν ένα είδος «φάρσας» σε βάρος τους, ένα αμείλικτο «παιχνίδι» που σκαρφίστηκε ένας είρωνας, σκανταλιάρης θεός προκειμένου να διασκεδάσει.
     Ο Δημήτρης Μυλωνάς και η Άννα Κουτσαφτίκη δένουν ιδανικά επί σκηνής ως το πρώτο ζευγάρι. Κι οι δυο θυμίζουν απονήρευτα παιδάκια που πρέπει να μεγαλώσουν μόνα τους, πράγμα διόλου εύκολο. Όσο σπαρταριστές είναι οι αρχικές κόντρες τους, τόσο ειλικρινής και στοργική είναι και η αγάπη που μοιράζονται στη συνέχεια. Μπορεί οι χαρακτήρες που υποδύονται να μην είναι και τόσο ρεαλιστικοί, το παίξιμό τους όμως είναι άκρως βιωματικό, όλο γνήσιο συναίσθημα. Ιδιαίτερα η Άννα Κουτσαφτίκη, μία από τις πιο χαρισματικές νέες ηθοποιούς που έχω εντοπίσει, με ένα πρόσωπο - τέλειο καθρέφτη συναισθημάτων, διαπρέπει εξίσου στις κωμικές και στις δραματικές σκηνές της παράστασης, προκαλώντας πότε το γέλιο και πότε το δάκρυ των θεατών. Πιο χαμηλών τόνων ο Δημήτρης Μυλωνάς, όπως το απαιτεί άλλωστε κι ο ρόλος του, εντούτοις εξίσου αληθινός κι εξίσου... συμπαθέστατος. Απολαυστικός ο ανακατώστρας Όφις-Θεός-Παρουσιαστής κτλ., που υποδύεται ο Βασίλης Ανδρέου, ένα ακόμα ηθοποιός που τιμά την έννοια του όρου.
     Έπαινος αξίζει στο μουσικοχορευτικό κομμάτι της παράστασης, και κυρίως στην πρωτότυπη, ιδιαίτερα μελωδική μουσική που συνέθεσαν οι «Παράξενες Μέρες», όπως και στους στίχους του Βασίλη Ανδρέου. Οι ηθοποιοί, ιδιαίτερα καλλίφωνοι (θα ξεχωρίσω και πάλι την Άννα Κουτσαφτίκη), απογειώνουν τα τραγούδια με τις ερμηνείες τους. Ωραία και η χορογραφία του τανγκό από τη Μόνικα Κολοκοτρώνη∙ ειλικρινείς και φιλότιμες οι προσπάθειες των ηθοποιών να την υπηρετήσουν πιστά, με τον Βασίλη Ανδρέου να υπερτερεί των υπολοίπων σε κίνηση, ευελιξία και ρυθμό.
     Εύστοχοι και ατμοσφαιρικοί οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα. Τα κοστούμια των Αλεξάνδρα Σιάφκου και Αριστοτέλη Καρανάνου ιδιαίτερα, ευφάνταστα και παράλληλα λειτουργικά. Το σκηνικό τους καλαίσθητο και πρωτότυπο, αν και στον συγκεκριμένο χώρο φάνηκε μάλλον να ασφυκτιά, τόσο το ίδιο, όσο και ολόκληρη η παράσταση. Βλέπετε, υπήρξα από τους τυχερούς που παρακολούθησαν πέρισυ το «Ημερολόγιο» στον σκάλες ανώτερο θεατρικό χώρο του «Συνεργείου». Εκεί, η θέαση ήταν όντως «παραδεισένια», καθότι αφενός υπήρχαν καθίσματα σε κερκίδες, που διευκόλυναν όλους μας να βλέπουμε εξίσου καλά, και αφετέρου η παράσταση «ανέπνεε» πιο ελεύθερα και το σκηνικό ήταν στημένο με τρόπο που να αναδεικνύεται η καλαισθησία του και να ξεκαθαρίζεται ο συμβολικός του ρόλος. Εκτός από τη θέαση, απολαυστικότερη ήταν κι η ακρόαση, μιας και ο χώρος του «Συνεργείου» διέθετε και καλύτερη ακουστική. Έχω τη γνώμη πως η επιλογή του φουαγιέ στο Επί Κολωνώ (ένα στενόχωρο μπαρ με λίγες θέσεις στο ίδιο επίπεδο, που κάνουν όλους όσους δεν βρίσκονται στις πρώτες θέσεις και δε φημίζονται για το ανάστημά τους να... πασχίζουν να παρακολουθήσουν τα επί σκηνής τεκταινόμενα) αδικεί πολύ την όμορφη και καλοδουλεμένη αυτή παράσταση. Δεν είμαι γενικώς αντίθετη με τη χρήση τέτοιων χώρων για θεατρικά δρώμενα, υπό τον όρο όμως ότι αυτά ανήκουν στο είδος που τους ταιριάζει. Όμως, άλλο stand-up comedy, άλλο αυτοσχεδιαστικό δρώμενο, κι άλλο θεατρική παράσταση. Για την τελευταία, είναι πιστεύω ευνόητο πως καθίσταται απαραίτητος ένας χώρος που να πληρεί κάποιες βασικές προϋποθέσεις.
     Με δυο λόγια: μια διαφορετική και πρωτότυπη παράσταση που διασκεδάζει, συγκινεί, και παράλληλα κεντρίζει με βελόνα σχεδόν ανεπαίσθητη τους πιο μύχιους υπαρξιακούς προβληματισμούς μας. Εύχομαι καλή και δημιουργική χρονιά στους αξιέπαινους συντελεστές του «Ημερολογίου», και, σε περίπτωση που η παράσταση επαναληφθεί και του χρόνου (κάτι που σίγουρα θα άξιζε να συμβεί), έναν πιο αρμόδιο θεατρικό χώρο...


Πληροφορίες για το που και κάθε πότε παίζεται: